Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

"...Εσύ μου θύμισες πώς είναι..."

Η άνοιξη φοράει το προσωπείο μιας χαράς.
Ενός κόσμου που έχει χρώματα.
Εσύ ανέφερες τις υπέροχες αποχρώσεις του γκρίζου;
Το γκρι ταιριάζει με το ροζ.
Όμορφα και γλυκά.
Η άνοιξη είναι χείμαρρος.
Θεωρητικά αθώα.
Μια κοριτσίστικη παιδική ηλικία.
Με τα ροζ φουστανάκια και τα παπουτσάκια της.
Η άνοιξη δεν έχει την αθωότητα και την ανεμελιά του καλοκαιριού.
Έρχεται μ’ ένα έγχρωμο άλλοθι.
Σε παρασέρνει.
Και αν έχεις και λίγο ανάγκη το άλλοθι, βουτάς.
Η άνοιξη στα κάνει όλα πιο εύκολα.
Η άνοιξη σου φέρνει έναν ήλιο που δεν τον έχεις δεδομένο.
Θέλει να βγάλεις το παλτό σου.
Το ένα από τα δύο.
Ή και τα δύο.


Η άνοιξη παίζει μαζί σου.
Σου φοράει μία διάθεση.
Κι ας έχεις ανάγκη από άλλη.
Σου φέρνει έναν καθρέφτη κι έναν πίνακα:
Ο πίνακας απαριθμεί τα φάουλ.
Ο καθρέφτης σε βοηθάει να τα χωνέψεις.
Κι η άνοιξη σε παίρνει από το χέρι, σε πάει σε έναν κήπο χορεύοντας.


Η άνοιξη επιβάλλει διαθέσεις.
Μα τι ανάποδοι που είμαστε;
Ολόκληρος χειμώνας πέρασε κι ήρθε μια άνοιξη που γράφει με το πινέλο της κάτι σαν «χάσαμε».
Μετρημένα κουκιά.
Μα τι παράδοξοι που είμαστε;


Θα σου ‘χει τύχει να θες να μπεις στο κεφάλι ενός άλλου ανθρώπου, ε;
Να δεις τα ζόρια του.
Να δεις τις διακλαδώσεις της σκέψης του.
Η άνοιξη φαίνεται πιτσιρίκι, αλλά δεν είναι.
Είναι γυναίκα.
Σου λέει: "άσ’το μωρέ, προσπάθησες μία-δύο-πέντε-δέκα, άσ’το."
Και την πιστεύεις.
Γιατί λέει αλήθεια.
Γιατί οι άμυνες, οι αρνήσεις, τα ψηλά τείχη, ακόμα κι αν χτίστηκαν τούβλο-τούβλο, δεν γκρεμίζονται με τον ίδιο τρόπο.
Και μπορεί να μην γκρεμίζονται καν.
Και η άνοιξη σου λέει: "και τι σε νοιάζουν οι άμυνες;
Εσύ προσπάθησες."
Και λέει αλήθεια.


Η άνοιξη σου παρέχεται αγκαλιά με μια υπόσχεση.
Σαν μπαλόνι.
Και ανά πάσα ώρα και στιγμή την ξεφουσκώνει.
Ή τη φυτρώνει στη γη.


Αν παίζαμε ηλεκτρονικά παιχνίδια θα ήταν όλα πιο εύκολα: θα είχαμε ζωές.
Επιπλέον.
Θα κλέβαμε και λίγο και δεν θα μας έβγαζε «game over» αν δεν τερματίζαμε.
Γιατί σε αυτά τα παιχνίδια τερματίζεις πάντα νικητής.
Στα άλλα, τα πραγματικά, κάνεις βόλτες ανάμεσα στις πίστες: πάνω-κάτω, αριστερά-δεξιά.
Βέβαια, υπάρχει και η εκδοχή να σταματήσεις στη μέση.
Κι ας έρθει άλλος να τερματίσει.
Στη μία, την κανονική, ή στις επιπλέον ζωές.
Στη μία ζωή έχεις καβάντζα την άνοιξη.
Θα σου φορέσει μια μάσκα, θα σε τυφλώσει με λίγο ήλιο και θα ξεχαστείς.
Είναι ωραια η άνοιξη.
Σε χορεύει πάνω στα χρώματά της.
Σε διαλύει μέσα στα χρώματά της.
Σε ανακατεύει μαζί με τα χρώματά της.
Σε κάνει χρώμα της.
Σε σταυρώνει.
Και σε ανασταίνει.
Σε αρρωσταίνει.
Και σε περιθάλπτει.
Έχεις ακούσει τον πληθυντικό της;
«Άνοιξες».
Δεν είναι πολύ ποιητικό;
Πόσες είναι;
Πόσες μορφές έχουν;
Σε διαλέγει η άνοιξη;
Ή τη διαλέγεις;
Σε διαλέγει να ακουμπήσεις πάνω της;
Ή τη διαλέγεις για μαξιλάρι;
Τη βλέπεις;
Την ακουμπάς;
Τη μυρίζεις;
Τη νιώθεις;
Τι νιώθεις;


Η άνοιξη σε γρατζουνάει.
Λουλουδάκι με αγκάθι.
Δοντάκια που δαγκώνουν.
Αλλά σε μπουκώνει με χρώμα.
Και το πιάνεις το λουλουδάκι.
Και το σφίγγεις και το χεράκι.
Για να αποδείξεις ότι έχεις δύναμη.
Μεγαλύτερη από αυτή της άνοιξης.
Κι αν το σφίξεις το χεράκι, χρώμα θα δεις.
Της φωτιάς.
Καίει η άνοιξη.
Σε πυρπολεί.
Σου ρίχνει τις φλόγες της.
Κι όταν γουστάρει γίνεται γκρι.
Κρύβει τον ήλιο της.
Κρύβει το βλέμμα της.
Κρύβει την αλήθεια της.
Κι εσύ την ψάχνεις.
Την αλήθεια.
Και την άνοιξη.
Λες και υπάρχει μία…αλήθεια.
Λες και υπάρχει μία…άνοιξη.


Και ξαφνικά, μέσα στον ήλιο και τα χρώματα σου πασάρει κι έναν χειμώνα.
Γιατί έτσι γουστάρει.
Σε φτιάχνει ψυχολογικά με τη ζέστη και μετά θες γάντια.
Κι ένα σκούφο για το κεφάλι σου.
Να στο κρατάει ζεστό.
Να μην ξεφύγεις από τη γραμμή σου.
Και γαμώτο, αυτή η γραμμή δεν καθορίζεται από εσένα.
Πώς γίνεται να αποφασίζει το κεφάλι σου χωρίς να σε ρωτά;
Να το κινούν λογάκια και πραξούλες ανθρώπων που το κεφάλι σου τους ακούει.
Και γαμώτο πώς καταλαβαίνεις ότι κάτι σου κοστίζει ή δεν σου κοστίζει;
Και τελικά τί θες: να σου κοστίσει ή να μη σου κοστίσει;
Και γιατί συνηθίζουμε;
Και γιατί δεν έχει απαντήσεις το κεφάλι μου;

Υπάρχουν τόσες φρασούλες συναισθηματισμών έτοιμες στο κεφάλι μας.
Σαν να υπήρχαν από πάντα.
Σαν να υπάρχει μια φόρμα που να τις περιέχει όλες και κάθε φορά κάνεις κλικ στην κατάλληλη.
Κι αν πας να τις αναλύσεις με λογική πάνε περίπατο.
Αδυνατίζουν οι λεξούλες και χάνονται.
Και μετά μόνο λεξούλες μπορούν να το σώσουν.
Για αρχή.
Αν δεν προβούμε σε πράξη εμείς οι άνθρωποι θα μένουμε πάντα μετέωροι ανάμεσα στις ενδείξεις και τις λέξεις.

Μετεωροπορεία.
Κι η άνοιξη σε αφήνει τη μια μετέωρο κι απ’την άλλη σε καθηλώνει στη γη.
Μεταμορφώνεται σε όλες τις εποχές.
Κι εσύ θες μια άνοιξη έγχρωμη και ηλιόλουστη.
Σαφή.
Σαφώς.
Σαν φως.





"...το φάρμακο που καίει τις πληγές
είναι γραμμένο σ' αυτοσχέδιες συνταγές..."


Πιες-Σωκράτης Μάλαμας


Εσύ μου θύμισες πώς είναι

Εσύ μου θύμισες πως είναι
να θες με όλη την καρδιά σου
να βρίσκεις πάλι τα όνειρα σου μέσα στο φιλί.
Εσύ μου θύμισες πως είναι
να μη σου κρύβει το μυαλό σου
πως όλα είναι για καλό σου να φτάνεις στην πηγή


Ναι… Και να πίνεις νερό να ρωτάς τον καιρό
και να μπάινεις με φόρα στα τρένα
στο ταξίδι η ζωή να σε παίρνει μαζί
τα δικά σου να βρίσκεις στα ξένα.
 
Δεν θα μάθεις ποτέ τι σημαίνεις για μένα...

Εσύ μου θύμισες πως είναι
να αρπάζεις τη ζωή απ' το χέρι 
βαθιά να βάζεις το μαχαίρι μέσα στην πληγή.
Μου θύμισες ξανά πως είναι
να διώχνεις τη ντροπή απ'το πάθος
να βρίσκεις το σωστό στο λάθος μες στη διαδρομή.

Ναι… Και να πίνεις νερό να ρωτάς τον καιρό
και να μπαίνεις με φόρα στα τρένα
Στο ταξίδι η ζωή να σε παίρνει μαζί
τα δικά σου να βρίσκεις στα ξένα.

Δεν θα μάθεις ποτέ τι σημαίνεις για μένα…

Εσύ μου θύμισες πως είναι
να ανοίγεται μπροστά στο χάρτη
για δυό ανθρώπους μονοπάτι
αντί για την φθορά η αγάπη.

Ελεωνόρα Ζουγανέλη
Στίχοι-μουσική: Κώστας Λειβαδάς