Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

"ASHES..."

Ο απολογισμός δεν είναι λέξεις να γεμίζουν το μυαλό μας.
Δεν είναι μέτρημα απωλειών, να γκριζάρει η διάθεση.
Ο απολογισμός δεν είναι απολογία.
Είναι μέτρημα, απλώς.
Είναι στοχοθεσία, επίσης.
Είναι συλλογή…


Και στο δικό μου σύμπαν, είναι χόμπι!
Γίνεται σχεδόν ασυνείδητα.
Αν μπορούσα να περιορίσω αυτή τη χρονιά σε μία λέξη, τη λέξη «γεμάτη» θα διάλεγα.
Δώδεκα γεμάτοι μήνες.
Κι εγώ, στη διάρκειά τους, να γεμίζω και να αδειάζω.
Το μέτρημα μου, κέρδη έχει.


Πολλά τα «εσύ» της χρονιάς.
Πολλοί οι άνθρωποι.
Και… πολύ «εσύ».
Και κομμάτια του «εγώ» που αγνοούσα παντελώς.
Και προσπάθειες.
Και μάσκες που ανεβαίνουν.
Και μάσκες που πέφτουν.
Και «foolish games».
Και παραμύθια ένοχα και αθώα.
Και αθωότητα που φανερώνεται.
Και φανερώνει μυστικά.
Και μυστικά… «μυστικά έλα μια νύχτα…».
Και αναπνοή που αρκεί.
Και στιγμές που αρκούν.
Και ενέργεια που προειδοποίησες ότι δεν πρέπει να ξοδευτεί.
(το θυμάσαι αυτό;)
Και κοιμήθηκε.
Και ξύπνησε.
Και ξύπνησαν μαζί σκέψεις.
Και ξύπνησαν πτυχές…
Και «αλλιώτικοι νόμοι».
Και ανακαλύψεις…
Ανακαλύψεις ότι στο δικό μου σύμπαν η λέξη «στενοχώρια» αντικαταστάθηκε από τη λέξη «πάγωμα».


Και…
Και άνθρωποι που ήρθαν και πίστευαν ότι θα μείνουν.
Κι όταν μου έλεγαν ότι θα μείνουν, κοιτούσα αλλού.
Γιατί ήξερα ότι δεν θα τους αφήσω να μείνουν.
Αλλά δεν ήξεραν…
Μα κάτι κρατάω από το κάθε πέρασμα…


Και…
Και άνθρωποι που ήρθαν από το «πουθενά».
Και θα μείνουν, ελπίζω.
Γιατί υπάρχει ένας κοινός άξονας, μια κοινή «εμμονή», μια κοινή αγάπη.


Και…
Άνθρωποι του «πάντα».
Που για το μέσα μου είναι «πάντα».
Ρίζωσαν στις εφηβικές «αταξίες».
Γιατί για κάποια χρόνια, το «μαζί», σα ζωή ολόκληρη έμοιαζε.
Και δεν είναι οι δρόμοι που δεν προχωρούν μαζί, το θέμα.
Είναι η γεύση που σου αφήνουν.
Και το χαμόγελο.
Αν υπάρχει αγάπη, υπάρχει και «πάντα».
Η μορφή του «πάντα» είναι που αλλάζει.


Και…
Οι άνθρωποί μου.
Το μοίρασμά μας.
Τα «εγώ» που ξεδιπλώνονται.
Οι αμοιβαίες ανακαλύψεις.
Η εξέλιξη του «εγώ» που μοιράζεται και γίνεται εξέλιξη του «μαζί».
Οι γνώσεις που μοιράζονται.
Τα μαθήματα.
Γιατί μπορεί οι εμπειρίες να μη μεταδίδονται, μπορεί να είναι μια απλή εξιστόρηση, μα αν υπάρχει αυτί και ενσυναίσθηση, υπάρχει και σκαλοπάτι που κατακτάς χάρη στον άλλον.

Και…
Αυτή η χρονιά έφερε και μια τυχαία συνάντηση με τον «εμπευστή», μετά από τέσσερα σχεδόν χρόνια.
Αυτές οι αστείες συμπτώσεις.


Και…
… «Εσύ» υπάρχεις σε τόσα σημεία
Έφηβο σε αποκάλεσα κάποια στιγμή εδώ μέσα.
Παιδί είσαι, όμως.
Που παλεύει να καταπιεί την αθωότητά του.
Κι εγώ παιδί είμαι μαζί σου.
Που παλεύει…
Θα μάθουμε να μας διαχειριζόμαστε.
Το δίδαγμα του καλοκαιριού ήταν η αθωότητα.
Λίγο αργότερα, η ανατροπή…
(και τι ανατροπή…)
Του «μέσα» μου, του «έξω» μου…
Και η προσπάθεια να κρατηθεί η αθωότητα.
(ακόμα δεν έχω καταλάβει ποιος «παρανόησε» περισσότερο…)
……να μάθουμε να μας διαχειριζόμαστε, μωρέ.
Εμείς, να μάθουμε να διαχειριζόμαστε λίγο το «εμείς».
(Γιατί το έχανες και με έκανες να το(α) χάνω.)
Έχω τραγούδια για εσένα.
Πολλά.
Έχω και το «Ευχαριστήριο».
Ολόκληρο.
Στίχο-στίχο.
Στο χαρίζω.
Και κάτι «γλυκό»…
Να γλυκάνει τη χρονιά που φεύγει.
Να γλυκάνει και αυτή που έρχεται.
Αδυναμία μου……..…




Ο απολογισμός μετράει και δύο πτυχία! –πώς το ξέχασα;
(ε, να το μετρήσω και αυτό των αγγλικών!)
Μετράει ένα πανέμορφο καλοκαίρι.
Μετράει στιγμές.
Μετράει ανθρώπους,
Μετράει εαυτό.
Μετράει και το πιο γλυκό χαμόγελο του κόσμου, την πιο γλυκιά αγκαλιά, αυτή του ανιψιού μου.
Πριν από μερικούς μήνες έμαθε να περπατάει.
Τον έβλεπα να αφήνει τα χεράκια του από τον τοίχο, να κάνει χαμογελαστός δυο βήματα, και μετά να πέφτει κατσουφιασμένος…
Κι απ’ την αρχή…
Ξανασηκωνόταν, έτοιμος για περισσότερα βήματα, με χαμόγελο ξανά και με χέρια ανοιχτά να πέφτει στην αγκαλιά μου.
Κάπως έτσι δεν είναι η ζωή;
Πέφτεις κάτω, ξανασηκώνεσαι.
Με μεγαλύτερη φόρα.
Γιατί κάθε φορά που σηκώνεσαι, ξέρεις ότι θα έρθει η στιγμή που θα πέσεις.
Και κάθε φορά που πέφτεις ξέρεις ότι θα έρθει η στιγμή που θα σηκωθείς ξανά.
Σπουδαίο μάθημα τα παιδιά.
Σπουδαίο μάθημα τα μάτια που σε κοιτάζουν αθώα.




…μη νομίζεις ότι δεν έχασα τίποτα αυτή τη χρονιά.
…μπλοκαρισμένη πολύ.
…γιατί τα κρυφά δε μένουν κρυμμένα.
Αλλά…
«Να αντέχουμε μόνο μας μένει
η ζωή ό,τι κι αν φέρει
τη μια του χειμώνα τη νύχτα
ην άλλη γλυκό καλοκαίρι...»


Και εννοείται ότι στον απολογισμό έχουμε και τα τραγούδια της χρονιάς.
Χωρίς πολλή σκέψη:
Νο 1: Lies-Broken Records
No 2: Μistake- Moby
Άπειρες ακροάσεις και ακόμα δεν τα έχω ξεπεράσει.

Άλμπουμ της χρονιάς, χαλαρά η αγαπημένη τριάδα Μποφίλιου-Καραμουρατίδης-Ευαγγελάτος με τα «Εισιτήρια διπλά» (και νομίζω πως το «σε ξεχώρισα» με «χτύπησε» λίγο πιο πολύ από τα υπόλοιπα…)

…(Α, το blog κλείνει αισίως τα τρία του χρόνια.
Τι εύχονται εδώ…;)



Μαθαίνουμε, ε;
Και εύχομαι να συνεχίσουμε να μαθαίνουμε.
Κι έχω ένα σωρό σκέψεις και ευχές στο μυαλό μου.
Μα κρατάω αυτό το «let it be».
Και αυτό εύχομαι.




Πλέον, το καθιέρωσα στους απολογισμούς-τελευταίες αναρτήσεις της χρονιάς, το γράφω λοιπόν και φέτος γιατί ισχύει και εύχομαι να συνεχίσει να ισχύει:
«...Είναι όμορφο στο τελείωμα του χρόνου να κοιτάς πίσω και να αντικρύζεις κατηφόρα...»


…και:
«…κάπου-κάπου παίρνει στις χούφτες του αστερόσκονη, φτιαγμένη από τα παιδικά μας όνειρα και τη σκορπάει στον αέρα... Η αστερόσκονη πέφτει αργά-αργά στις μέρες μας και τις χρυσώνει.....»


Καλή χρονιά!
…καλά θαύματα!




(τραγούδι: Αshes-Yann Tiersen)

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

"ILLUSION"

«Πάρε το τρόπαιο, φίλα το και πέτα το...
(Μόνο, κοίταξε να μη μπερδέψεις το «φίλα» με το «φύλα»…)»
Κάπως έτσι.
Δεν το φύλαξα.
Μα κάθε χρόνο του στέλνω ένα φιλί και ξέρω ότι φτάνει στον προορισμό του.
Κι εγώ ακολουθώ τον δικό μου.
Γιατί μπορεί να ξέχασα τα γενέθλιά σου, μα αυτή τη μέρα δεν την ξεχνάω.
Ίσως γιατί «αυτή η μέρα», δεν είσαι εσύ.
Είμαι εγώ.
Κι είναι το σημείο αναφοράς μου.
Ή το σημάδι.
Δεν έχει και τόση σημασία.
Μοιάζει με μακρινό αστείο πια.
Κι ίσως το πιο αστείο να είναι το γεγονός ότι αυτή τη μέρα, εμείς οι δύο, ανταλλάξαμε λέξεις.
«Αυτή η νύχτα»… δεν έμεινε…


Αυτή τη μέρα, σχεδόν από συνήθεια-μη σου πω και ψυχαναγκαστικά- γυρίζω το κεφάλι προς τα πίσω και παρατηρώ.
Περνούν από μπροστά μου εικόνες.
Στιγμές.
Αποσπάσματα.
Δεν έχει μέτρημα εδώ.
Μια απλή υπενθύμιση είναι.
«Πού ήμουν, τι κάνω, πώς βρέθηκα εδώ».
Και μετά το κεφάλι στρέφεται πάλι προς τα εμπρός.
Ή προς τα παρόντα.


…Είναι σαν να έχεις ανάγκη να ακούσεις το «αυτή η νύχτα μένει», για να θυμηθείς, και να σου βάζουν το «mistake».
Μπερδεύονται τα χρόνια.
Μπερδεύονται οι άνθρωποι.
Και βάζω το «η μόνη μου πατρίδα είναι ο χρόνος» για να τα ισορροπήσω.
Τα χρόνια.
Τους ανθρώπους.


Το μυαλό μου ισορροπεί μηχανικά.
Και τα πόδια μου.
Συμπτωματικά ασύμπτωτοι.
Κι εγώ συμπίπτω με τη στιγμή.
Τη στιγμή που είσαι δίπλα μου και σωπαίνω για να νιώθω την ανάσα σου.
Λέξη δε βγαίνει.
Ακίνητη.
Σωπαίνω, απλώς.
Κάτι στίχους ακούω μόνο…
Κι είναι η στιγμή που μένει.
Και που «προς στιγμήν» αρκεί...
Και … κάπου χαϊδεύω το σακάκι σου που ακουμπάει στο γόνατό μου.
Παγώνω.
Χαμογελώ.
Τρομάζω.
«…Ήταν η στιγμή που ήθελα να φύγω
Κι ήρθαν κι οι λυγμοί στα μάτια λίγο λίγο…»
Ποιος μας έμπασε σ ’αυτή τη φάρσα;
Αλλά…
«Είναι η στιγμή που μένει.
Από αύριο όλα θα κυλούν φυσιολογικά…»
…κι έτσι κύλησαν.
Είναι αστείο μέσα στον παραλογισμό να εστιάζεις στο παράλογο.
Ασυνεπής με απόλυτη συνέπεια.
Αποσιωπώ τις συνέπειες…


Συναρπαστική ηρεμία.
Συναρπαστική ετυμολογικά.
Με αρπάζει.
Με στήνει σε έναν τοίχο και μου ανοίγει τα μάτια.
Και γελάω μέχρι που κοιμάμαι.
Με ηρεμία.


Και δεν υπάρχει κάτι που να εγκλωβίζεται.
Και δεν υπάρχει κάτι που να φοβάται τη διόγκωση.
Μια συνεχής πορεία με διαλείμματα.
Διαλείμματα που δεν επηρεάζουν την πορεία.
(Τα συνεχή διαλείμματα είναι, συνήθως, επίφοβα.)
Ένα τσιγάρο και πάλι απ’ την αρχή.
Στρατιώτης.
Με το σταθερό βήμα.
Αυτό που χτυπάει με βία τη γη, κάνει θόρυβο.
Κάνεις θόρυβο μέσα μου…
Γυρίζω το κεφάλι μου αλλού.
Το ησυχάζω.


Ξέχασα να κοιτάζω πίσω.
Μπήκαν όρια στη μνήμη μου.
Περιορισμένοι είμαστε…
Και περιορισμένης διαθεσιμότητας.
Πάντα πίστευα στη δύναμη των αποφάσεών μας.
Στο μυαλό μας, στα χέρια μας.
Μα ξέρεις κάτι;
Στο απροσδόκητο πίστευα περισσότερο.
Και ξέρεις και κάτι άλλο;
Δίκιο είχα.


Αν δεις πως σκάνε τα «απροσδόκητα»…
Σαν τζούρες ευτυχίας.


Μη με ρωτήσεις τίποτα.
«Άγνοια» δηλώνω.
Θυμάμαι κάτι σιωπές να αγριεύουν και έτσι δεν φοβάμαι τις λέξεις που αγριεύουν.
Στέκουν τόσο ανήμπορες κάτι στιγμές.
Αφού πράξεις είναι όλα.
Η ζωή, πράξεις είναι.
Και οι άνθρωποι.
Πράξεις τριγύρω σου.
Πρόσθεση.
Αφαίρεση.
Πολλαπλασιασμός.
Διαίρεση.
Όλα πάνω στον άξονα στης στιγμής.
Πάνω στον άξονα της ζωής.
Πράξεις.
Όχι λέξεις.
Πράξεις θέλω μωρέ.
Κι ας φορτώνομαι με λέξεις.


Με θυμάμαι εφτά χρόνια πριν, τόσο αιχμάλωτη σε υποθέσεις του «αύριο».
Θες να αιχμαλωτιστούμε στο «τώρα»;
Χωρίς προθέσεις.
Χωρίς ανάγκες.
Χωρίς σκέψεις.
Χωρίς λέξεις.
Δέσμιοι του «τώρα».
Κι αυτό «πράξη» είναι.
Να γραφτούμε στα «πρακτικά» του χρόνου.
Αόρατα.
Χωρίς όνομα και ημερομηνία.
Να κλειστούμε σε ένα τραγούδι μωρέ.
Να μη μας πειράζει κανείς.
Να γίνουμε στίχοι στα χείλη άλλων.
Να διαπερνάμε το μυαλό.
Να μαγεύουμε αισθήσεις.
Να κλείνουμε τα μάτια από χαρά.
Να κλέβουμε αέρα.
Να φέρνουμε αέρα.
Να είμαστε αέρας…
Να δραπετεύουμε.
Να πατάμε σε νότες.
Να πατάμε τη λογική.
Να πετάμε…


(…να σωπαίνουμε για να ακούμε ανάσες…
…να σωπαίνουμε για να ακούμε φωνή…
…να χαϊδεύουμε ανθρώπους που το σακάκι τους ακουμπάει στο γόνατό μας…
…να πετάμε….)


...Δεν θυμάμαι τίποτα.
"...This world is just illusion..."


(Tο τραγούδι κατατάσσεται στις εμμονές...)


ILLUSION

I know it's hard to tell how mixed up you feel
Hoping what you need is behind every door
Each time you get hurt, I don't want you to change
Because everyone has hopes, you're human after all

The feeling sometimes, wishing you were someone else
Feeling as though you never belong
This feeling is not sadness, this feeling is not joy
I truly understand. Please, don't cry now

Please don't go, I want you to stay
I'm begging you please, please don't leave here
I don't want you to hate for all the hurt that you feel
The world is just illusion trying to change you

Being like you are
Well this is something else, who would comprehend?
But some that do, lay claim
Divine purpose blesses them
That's not what I believe, and it doesn't matter anyway
A part of your soul ties you to the next world
Or maybe to the last, but I'm still not sure
But what I do know, is to us the world is different
As we are to the world but I guess you would know that

Please don't go, I want you to stay
I'm begging you please, please don't leave here
I don't want you to hate for all the hurt that you feel
The world is just illusion trying to change you
Please don't go, I want you to stay
I'm begging you please, oh please don't leave here
I don't want you to change for all the hurt that you feel
This world is just illusion always trying to change you



VNV Nation

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

"...ΧΕΙΡΑΨΙΑ..."

Εκεί στη θολή γραμμή στεκόμαστε.
Κοιταζόμαστε.
Τα πρόσωπα ηρεμούν.
Χαμογελούν.
Μετα αγριεύουν.
Βγαίνουν τα νύχια.
Και οι λέξεις, οι ανήμερες.
Μετά αγκαλιά.
Και μετά χειραψία.


Η ανάποδη διαδικασία.


Θα σωπαίνουμε κάθε φορά που θα θέλουμε να μιλήσουμε.
Και θα μιλάμε κάθε φορά που θα πρέπει να σωπάσουμε.
Θα το ονομάσουμε κανόνα και θα μας ονομάσουμε εξαιρέσεις.
Πάντα βολεύει το να νιώθεις εξαίρεση.


Εσύ το ονόμασες «αναμονή» κι εγώ «παγίδα».
Εγώ το ονόμασα «ψέμα», εσύ «σωτηρία».
Κι οι δύο αποκλείσαμε τη λέξη «αλήθεια».
Την κόψαμε στη μέση.
Εσύ πήρες το "α-" το στερητικό κι εγώ τη "λήθη".
Έτσι, τη χωρίσαμε τη λεξούλα αυτή και κανείς μας δεν την πήρε αυτούσια.


Ώρες-ώρες χάνεται το βλέμμα σε κάτι ουρανούς καταγάλανους με σκόρπια σύννεφα σα να τους μουτζουρώνουν.
Έχει μια δόση ευτυχίας αυτή η μουτζούρα.
Νιώθεις ότι μπορείς να παρέμβεις σε κάτι.
Μουτζουρώνεις την ομορφιά.
Με ευχαρίστηση και τύψεις.


Και είναι το μυαλό μου κολλάζ σκέψεων.
Όλα τα χρώματα εκεί.
Και από πάνω μια μουτζούρα τρόμου.


Τη θυμάσαι αυτήν την παιδική κίνηση που πέφτεις κάτω και κρύβεις μέσα στα χέρια σου το πρόσωπό σου;
Πόσο μικρός νιώθεις;
Και μετά, σηκώνεσαι, ορθώνεις το ανάστημά σου μπροστά στη λογική σου, να μετρηθείτε, να δεις ποιος είναι πιο ψηλός, ανεβαίνεις στη σκάλα, τη χάρτινη, ξαναπέφτεις, ξανακρύβεσαι και ξανασηκώνεσαι, αυτή τη φορά όχι για να μετρηθείς με τη λογική σου, αλλά για να μετρηθείς με τη ζωή σου.
Χαστούκι ή αγκαλιά εκεί;


Παίρνω κάθε μου αντανάκλαση, την κολλάω στον τοίχο, φτιάχνω ένα δωμάτιο με ένα σωρό καθρέφτες, με ένα σωρό ανθρώπους, με ένα σωρό «εγώ», και τους παρατηρώ όλους.
Και καθόλου δεν ισχύει το «είμαι».
Αν χωρίσω τους καθρέφτες σε ομάδες, θα δεις τις αντιφάσεις.
Για τη μία ομάδα «είμαι», για την άλλη «δεν είμαι».
«είμαι ένα σκυλί που γαβγίζει στα αστέρια».
Κι ο ένας αναιρεί τον άλλον.
Κι η λογική μου διασπάται στους καθρέπτες.
Θρυμματίζεται.
Τη διασπούν χέρια, λέξεις, αισθήσεις.
Κι εγώ δεν σπάω.
Δεν είμαι καθρέφτης.
Είμαι όλοι αυτοί μαζί.
Όχι σπασμένοι.
Ολόκληροι.


Φέγγεις από μακριά και κουκουλώνομαι.
Και πάω πιο μακριά, αντίθετα πια, να παίξω με μια θάλασσα.
Κι η θάλασσα γεννά μια άλλη αντανάκλαση.
Κι η αντανάκλαση γεννά ένα άλλο μονοπάτι.
Και κάνω τις λέξεις μονοπάτι, πατάω πάνω τους,
Δεν έχω χέρια, δεν έχω μάτια, δεν έχω αφτιά.
Καρδιά έχω.
Μυαλό έχω.
Μυαλό που νιώθει και καρδιά που σκέφτεται.
Και αντιδρούν και τα δύο κλωτσώντας τη θάλασσα.
Βρέχονται οι λέξεις μου.
Βρέχονται τα χείλια μου.
Πίνω στην υγειά του μέλλοντος και μια μουτζούρα ακόμα στέκεται πάνω από το κεφάλι μου να επισκιάσει τις θολές έννοιες του «έρωτα», του «τώρα», της «ζωής».


Κι έσπασε το σχοινάκι που κρατούσε τον ήλιο ψηλά.
Μεγάλο το βάρος.
Μεγάλη η ευθύνη να φωτίζεις.
Μεγάλη η ευθύνη να φωτίζεις τη γη.
Μεγάλη η ευθύνη να σκοτεινιάζεις.
Μεγάλο το βάρος.
Κι ο ήλιος, μπαλόνι.
Πάει να βρει άλλα μέρη.
Άλλο σύμπαν.
Πιο αθώο.
Φωτεινό χωρίς τη συμβολή του.
Δεν θέλει να είναι απαραίτητος.
Δεν αντέχει τις ευθύνες.


Σαν λεπτά μοιάζουν τα χρόνια.
Κι εκείνα τα λεπτά, θυμάσαι;
Θέλαμε να κρατήσουν χρόνια.
Και σταματήσαμε τα ρολόγια μας.
Κι είπαμε να καταργήσουμε τον χρόνο.
Να καταργήσουμε τις ιδιότητες.
Εσύ είπες να το ονομάσουμε «στιγμή του Ποτέ».
Εγώ σου είπα να το ονομάσουμε «στιγμή του Πάντα».
Τελικά κράτησα τη δική σου εκδοχή.
Κι εσύ τη δική μου.


Χρειάζεσαι παραμύθια.
Εγώ χρειάζομαι αλήθεια.
Δεν θέλω τα σύννεφα για ταξίδια.
Έχω το μυαλό μου γι’αυτά.
Δεν θέλω παραμύθι για καληνύχτα.
Ο στόχος μου είναι να με καληνυχτίζει η συνείδησή μου.
Ήρεμα και γλυκά.


Καπνίζεις ήρεμα-ήρεμα το τσιγάρο σου και χαμογελάς στην καύτρα.
Έχεις την ασφάλεια της απόστασης.
Φοβερή ασφάλεια.
Δεν φοβάσαι.
Δεν σαστίζεις.
Δεν χρειάζεται να μπεις στη διαδικασία να διαχειριστείς το μυαλό και το συναίσθημα.
Ξέρεις ότι δεν θα σε φτάσει.
Θα σας χωρίζει αυτό το φίλτρο.
Εκτός κι αν θελήσεις να στρέψεις το τσιγάρο προς το μέρος σου.
Ή προς το δικό μου.


Συνεχίζω να διαλέγω.
Να νομίζουν πως διαλέγω.
Να νομίζω πως δεν διαλέγω.
Να χαμογελώ.
Να νομίζουν πως δεν χαμογελώ.
Μετά να (χαμο)γελάω με τις επιλογές μου


Και γυρίζω τον χρόνο πίσω.
365 ημέρες, περίπου, πίσω.
Σε θυμάμαι να στέκεσαι δίπλα μου.
Να κοιτάς τον ουρανό, να σηκώνεις ψηλά το χέρι σου και να μου δείχνεις με το δάχτυλο έναν αστερισμό ρωτώντας με αν ξέρω ποιός είναι.
Χαμογελούσα και σου κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου.
Το θυμάσαι;
(Χαμογελούσα με τον ίδιο τρόπο που χαμογελάω όταν παρατηρώ τον ανιψιό μου.)
Δεν σου είπα ποτέ ότι αυτή ήταν από τις πιο γλυκές εικόνες που έχω δει.
Εσύ παιδί, να κοιτάς τα αστέρια, κι εγώ παιδί να κοιτάζω εσένα.
Όλη η ομορφιά εκεί.
Παγίδα εκείνη η στιγμή.
Μεγάλη.
(κι όλο το «Perfect day» του Lou Reed κλειδώθηκε εκεί.)

                                        


Σε έννοιες άσκοπες χάσαμε το σκοπό.
Σε συμπεριφορές φτιαγμένες χάσαμε τους εαυτούς.
Στην αποβολή της λογικής τη στιγμή που έπρεπε να την ακολουθούμε πιστά, χάσαμε την ουσία.
Δεν σε τραβάει ο δρόμος.
Εσύ το βάζεις στα πόδια.
Και δεν έχω προσδιορίσει αν τρομάζω ή θυμώνω.
Ούτε έχω προσδιορίσει το «γιατί».
Και δεν θα μπω στον κόπο.
Ούτε τα συμπεράσματα, ούτε οι υποθέσεις μου αρκούν.
Σαφέστατη η στάση μου απέναντι στον άνθρωπο.
Ασαφής η δική σου.


Συνεχίζω να αγκαλιάζω, ακόμα κι αν δεν αγγίζω.
Βλέπω τη λογική μου να συνάπτει χειραψία με το συναίσθημα και το σταμάταω.
Τα τυπικά δεν τα θέλω.
Τα τείχη κι η άμυνα χάρισμά σου.
Ναι, δικά σου.
Με ασφάλεια απόστασης ή χωρίς.
Διάλεξε στάση και ακολούθησέ τη, άνθρωπε.


Θαύματα τα ονομάζω όλα.
Όλα όσα…
Και όταν κλείνει το φως, ανοίγω τα μάτια και τα βλέπω όλα καλύτερα.
Το φως ρίχνει λέξεις άσκοπες.
Οι λέξεις ρίχνουν σκοτάδι.
Και το σκοτάδι δημιουργεί μια σιωπή πιο αληθινή.
Με σκοπό.
Και δεν κοπιάζω να εξηγήσω σε ‘σένα.
Κοπιάζω να εξηγήσω σε ‘μένα.
Δε μ’αρέσουν οι μεταβάσεις μεγάλης διάρκειας.
Θέλω βήμα και αλλαγη.
Θέλω το πλοίο να φτάσει γρήγορα.
Με κουράσε λίγο το ταξίδι.
Με κούρασε κι αυτή η γαλήνη που κλείστηκε στο γκρίζο.
Ανάβω φωτιά να ξεπαγώσω τα φτερά και ξεπαγώνει το μυαλό μου.
Αδειάζω ό,τι ονομάζω «απορρίμματα», τα αφήνω στην άκρη και φεύγω.
Με τα παγωμένα φτερά αγκαλιά.
Και το μυαλό να καίει.


Ξαναβλέπω τον ουρανό.
Ένα θολό φεγγάρι, γεμάτο, σα σκονισμένο.
Έχει τη μαγεία του.
Νιώθεις ότι κάτι κρύβεται εκεί πίσω.
Σαν στάχτη μοιάζει.
Μια σπίθα.
Μια φωτιά.
Κι η στάχτη.
Αναγέννηση δηλώνει.
Μαγικά.
Όλα έχουν τη μαγεία τους.
Κι οι άνθρωποι πιο πολύ.
Κι οι ζωές ακόμα περισσότερο.


Ένας απίστευτος κύκλος.
Με σκέψεις που τελικά έγιναν «ζωή».
Και η ζωή πάλι υπο σκέψεις.
Αλλά όχι.
Η ζωή, ζωή είναι.
Δε χωράει σε εισαγωγικά.
Ούτε στο μυαλό.
Εκεί έξω είναι μωρέ.
Τρέχα…


Αγκάλιασέ την…
Δεν της πρέπουν οι χειραψίες…

                                   


Xειραψία

Αν σου χάριζα καρδιές για να σε ρίξω στο κρεβάτι,
θα με κοιτούσες σα να σκότωσα το σκύλο σου;
Αν σ’ άφηνα κι εγώ να περιμένεις,
θα είχες για άλλον άνθρωπο τηλέφωνο;
Αν σ’ έβλεπα σαν πρόβατο που τρέφω για το Πάσχα,
θα μου καταλόγιζες χειρότερες προθέσεις;
Αν σε κερνούσα μπύρες και σ’ αγκάλιαζα στο τέλος,
αν σου μιλούσα όπως ήθελες και σού ’λεγα ό,τι ήθελες ν’ ακούσεις,
αν δεν καθόμουν με τις ώρες να ερμηνεύω τους θανάτους σου,
αν ήμουνα κωλόπαιδο, το τίποτα, ένα τέρας,
θα ήμουν άξιος μόνο χειραψίας, κυρία τάδε;


Αν ήμουνα παράσιτο (καφέδες στην πλατεία),
θα έκρυβα στο χέρι μου πληγή από χειραψία;


Μικρέ μου εφιάλτη, ποιος το ξέρει
αν αυτό το καλοκαίρι
αρνηθεί να μας χαρίσει
ό,τι έσωσε απ’ τη φύση
Αν η πάλη στα χωράφια
μας δώσει για έπαθλο αγκάθια,
αν τα όνειρά μας λιώσουν
και οι ελιές μας μάς προδώσουν
Αν οι θάλασσες καλέσουν
χίλιους φόβους για να παίξουν,
αν μας εκδικηθούν τα ζώα
κι αν τα παιδιά δεν είναι αθώα
Αν τελικά εγώ είμαι ο θύτης,
ο υπέρτατος αλήτης
που ένα άλλο καλοκαίρι
αντί φιλιού έδωσε το χέρι


Μα η απόρριψη το ξέρει
πως δεν υπάρχει κακός,
υπάρχει μόνο ένα χέρι
που μας σβήνει τη νύχτα το φως
Και ο γιατρός μου το ξέρει
πως για όλα φταίει αυτός
που ήταν για μένα ένα αστέρι,
ένας δεύτερος Χριστός


Μα η απόρριψη το ξέρει
πως δεν υπάρχει κακός,
υπάρχει μόνο ένα χέρι
που μας σβήνει τη νύχτα το φως
Κι ο ευεργέτης μου το ξέρει
πόσο με αγάπησε αυτός,
σαν αδερφός το μεσημέρι
και τη νύχτα σαν θεός


ΚΟΡΕ.ΥΔΡΟ

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

"Διθέσιο..."

«…Α, ρε χρόνε αλήτη…».

Δεν μετριέται σε χρόνια ο άνθρωπος.
Δεν είμαστε αριθμοί.
Ούτε τα σκαλοπάτια μετριούνται.
Απλώς ξέρεις ότι έρχεται μια μέρα που ανεβαίνεις.
Που μεγαλώνεις, θεωρητικά.
Ένας χρόνος παραπάνω.
Στο μυαλό, στην πλάτη, στη ζωή.
Γενέθλια!

Κι οι απολογισμοί, χόμπι πια.
Με χαρά τους κάνω.
Βγαίνω και παρατηρώ.
Μα αυτή τη φορά προσπάθησα να με κρατήσω μέσα.
Μέσα στη στιγμή.
Στην έκπληξη που μου έκαναν.
Προσπάθησα να μη βγω.
Να το ζήσω.
Και το έζησα.
Με πλατύ χαμόγελο.
Κυρίως μέσα μου.


Ξέρεις, μετράω ασταμάτημα.
Αξιολογώ ασταμάτητα.
Επεξεργάζομαι ασταμάτητα.
Ο … εύστοχα είπε ότι είμαι «μπλοκαρισμένη».
Και σιγά-σιγά ξεμπλοκάρομαι.
Ξεπαγώνω.
Ξαναπαίρνω τις λέξεις μου, τις χωρίζω σε συλλαβές και τις βάζω σε μέτρα.
Μου είχε λείψει αυτό.
Και το παγωμένο «μέσα μου» πάντα με τρόμαζε.
Λίγη φωτιά από αλήθεια, λίγη φωτιά από χάδι, και ο πάγος λιώνει.
Αυτή είναι η μοίρα του πάγου: να λιώσει.
Αναθέρμανση του «μέσα μου», λοιπόν…


Σιγά-σιγά, ξεκινάω.
Γρήγορα-γρήγορα συνεχίζω.
Να προλάβω…
Ό,τι προλάβω.

Και βουτάω στη στιγμή.
Λούζομαι και βγαίνω να παρατηρήσω.
Να κάνω τον απολογισμό μου.
Να μετρήσω τα «δώρα» μου.
Τους ανθρώπους μου.
Αυτοί είναι τα δώρα μου.
Κι είναι πολλοί.

Και συνειδητοποιώ ότι στους απολογισμούς των γενεθλίων ανθρώπους μετράω.
Όλους.
Του «τώρα» και του «πριν».
Τους θυμάμαι όλους.
Ανεξαιρέτως.
Κι αυτούς που οι δρόμοι μας πια δεν προχωρούν μαζί.
Μα υπάρχει αγάπη.
Και το ξέρουν, ελπίζω.
Γιατί είναι οι «πολύ προσωπικοί» μου.
Και πάντα θα είναι.
(και αυτό το «πάντα» το εννοώ.)


Και ‘σένα, θυμάμαι, εμπευστή, που το μυαλό σου αλητεύει κάπου και κοιμίζεις κάθε αλήθεια σου.
Και 'σένα που νοερά κάπου εκεί ήσουν.
Οι «εκείνοι» μου.


Και οι «τυχαίοι» που γίνονται άνθρωποί μου.
Και μοιάζει παράδοξο.
Οι νέες οπτικές.
Οι νέες αντανακλάσεις.
Τα νέα ερεθίσματα.
Όμορφα.
Και κάνει πολλή χαρά.


Κι οι αγαπημένοι μου πάντα εδώ.
Με μια αγκαλιά να τα χωράει όλα.
Όλα τα μετρήματα.
Όλα τα λόγια.

Όλες τις σκέψεις.
Όλη την αθωότητα.
Οι αγαπημένοι μου.
Που δεν χρειάζεται να τους πω πολλά.
Που οι εξηγήσεις, περιττές είναι.
Που την ενσυναίσθηση δεν τη γνώρισαν στη θεωρία μόνο.

Εμένα μετράω.
Εμένα ανάμεσα στους άλλους.
Εμένα μπροστά στον καθρέφτη μου.
Στιγμές, γεγονότα, σκέψεις, αλλαγές...εξέλιξη.

Kαι, εντάξει, δεν είναι μόνο απολογισμός ανθρώπων τα γενέθλια.
Είναι και στοχοθεσία.
Για το «τώρα» και το «μετά».
Αυτή γίνεται ούτως ή άλλως.
Και τα κίνητρα υπάρχουν.
Διαμομορφώνονται και διαμορφώνουν.
Γενέθλια είναι κι οι ευχές.
Που ντύνονται εμπιστοσύνη.
Γιατί τον εμπιστεύομαι τον χρόνο.
Τον θέλω σύμμαχο.
Και τον έχω σύμμαχο.
Και αυτά που φέρνει, όπως τα φέρνει, έχουν τον λόγο τους…
Κι αυτό δεν είναι χάδι στο κεφάλι να μαλακώσει τον -όποιο- θυμό, πίστη είναι.

Γενέθλια είναι κι η ευχή πριν σβήσω τα κεράκια…

«Let it be», λέω πια…!
Και το εννοώ.
Για όλα!


Κι έχω πολλά «ευχαριστώ».
Και πολλούς ανθρώπους.
Και το πρόσημο βγαίνει θετικό στο μέτρημά μου.
(Κι ας «φοβάμαι πως χάνω το μέτρημα»…)


Χρόνια μου καλά και όσα…!


(«…την Κυριακή σαν ξυπνήσω, γέλα μου…»)




ΔΙΘΕΣΙΟ


Ακριβό μου διθέσιο
καλό μου αμάξι
Που περνάς απ' τ' απαίσιο
ξυστά
Κινητήρα και πλαίσιο
στα 'χω πειράξει
Για να τη βγεις πιο μπροστά


Τη στιγμή που σ' αγόραζα
για να τριπάρω
Το κενό μου εξαγόραζα
δειλά
Την καρδούλα που χώρισα
ίσως να πάρω
Σ' άλλη ζωή πιο καλά


Μη με πας απ' το σπίτι
τ' ακούς, στο Θεό να με πας
Μυρωδιά καταλύτη
εσύ μοναχά μ' αγαπάς
Α, ρε, χρόνε αλήτη
που ανθρώπους κι αγάπες σκορπάς
Μη με φέρνετε σπίτι
τ' ακούς, κάπου αλλού να με πας


Στο λευκό σου αερόσακο
θα ξαγρυπνήσω
Μ' αφημένο το πρόσωπο

σκοπιά
Σ' ένα πάρκιγκ απρόσωπο
θ' αποφασίσω
Ποιόν εαυτό θα 'χω πια

Θα γυαλίζουν οι ζάντες σου
με το φεγγάρι
Δοκιμή στις αβάντες σου
μικρό
Το μηδέν στο διακόσα μας
ποιος θα το πάρει
Μ' όλη τη γη στο φτερό

Μη με πας απ' το σπίτι
τ' ακούς, στο Θεό να με πας
Μυρωδιά καταλύτη
εσύ μοναχά μ' αγαπάς
Α, ρε, χρόνε αλήτη
που ανθρώπους κι αγάπες σκορπάς
Μη με φέρνετε σπίτι
τ' ακούς, κάπου αλλού να με πας…




Άλκηστις Πρωτοψάλτη


Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Νίκος Αντύπας

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

"...ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ..."

Χάραζε όταν έμαθα ότι υπάρχει το «πρέπει»
και το «δεν πρέπει».
Χάραζα εγώ.
Χαράχτηκα.
Επαναστάτησα.
Φώναξα.
Και χάραξε.
Έπρεπε να χαράξει.
Έπρεπε να μάθω το «δεν πρέπει».
Και δεν είχε όση σημασία φαντάζεσαι.
Το «θέλω» μου ήταν πάντα ισχυρό.
Πιο ισχυρό από το «δεν θέλω» μου,
μα λιγότερο ηχηρό.
Κανένα «θέλω» όμως δεν ξεπερνάει ένα «πρέπει».
Ένα «πρέπει» σχεδόν επιβεβλημένο.

Και πήρε να βραδιάζει.
Μέσα μου είχα ήδη βραδιάσει.
Έχει την ομορφιά του το βράδυ.
Έχει το μυστήριό του.
Κι ήταν βράδυ όταν έμαθα το «μπορώ».
Κι ήταν μεσάνυχτα όταν ένιωσα το «δεν μπορώ».
Και αποφάσισα να τα ισορροπήσω.
Τα «πρέπει», τα «θέλω», τα «μπορώ» με τα «δεν», .
Είναι ωραία η ισορροπία.
Αλλά εκεί, στην άκρη, στο μικρό λάθος, στο μικρό παραπάτημα, μπορεί να στερηθείς την ισορροπία σου…
Εκεί τη χάνεις.
Τη σιγουριά της γνώσης.
Η σιγουριά της άγνοιας υπάρχει μόνο.
Και το ανακάτεμα.
Η στιγμή.
Αυτή που αφήνεσαι.
Στην άγνοια.
Στην αν-ισορροπία.
Την αν-ασφάλεια.
Την αν-επάρκεια.
(υποθετικά όλα τα «αν», ε;)

Ήθελα πάντα τάξη στο μυαλό μου.
Ήθελα πάντα τάξη στο σύμπαν μου.
Κατά καιρούς την καταφέρνω.
Το σύμπαν μας, το μυαλό μας δεν είναι;
Σχεδόν.
Θέλω ένα άλλο σύμπαν.
Χωρίς ταυτότητες.
Με πνίγει αυτό.
Μου στερεί.
Κι εσένα σου στερεί.
Και δεν καταλαβαίνω.
Απλώς αφήνομαι…
Στη μικρή στιγμή.
Και απαλλάσσομαι από αυτό το σύμπαν.
Απαλλάσσομαι από το μυαλό μου.
Από τη λογική που παιδεύτηκα να βρω και να κρατήσω.
Για μια στιγμή μόνο.
Την κατακερματίζω.
Την πατάω.
Τη ρίχνω στα σκουπίδια
Μόνο μια στιγμή είναι.
Μόνο μια βουτιά είναι.
Μια βουτιά δευτερολέπτου.
Δεν προλαβαίνεις ούτε να σκεφτείς.
Ούτε να συνειδητοποιήσεις ότι βουτάς.
Κι όταν βγεις από το νερό είσαι βρεγμένος.
Εκεί καταλαβαίνεις ότι βούτηξες.
Και προσπαθείς να στεγνώσεις.
Όσο πιο γρήγορα γίνεται.
Να μη συνηθίσεις την υγρασία.
Να μη συνηθίσεις τίποτα.

«Μην», «δεν», με κούρασαν.
Επαναστατώ τόσο σιωπηλά γι’αυτά που δεν αλλάζουν.
Τα βλέπεις τα «δεν»;
Δεν τα θέλω, αλλά δεν μπορώ.
Μαζεμένα «δεν».
Δεν τα γουστάρω ρε.
Δεν τα θέλω.
Δεν μου αρέσουν.
Δεν τα αντέχω.
Πάρε τα «δεν» μου, πάρε και τα δικά σου και κανε συλλογή.
Με δεν-εις με «δεν».
Δεν  δεν-ομαι.

Λεκτική επανάσταση.
Λεκτικός θάνατος.
Λεκτική ανάσταση.

Για τα «δεν» που μας στοιχειώνουν.
Τα «δεν πρέπει»,
Τα «δεν θέλω»,
Τα «δεν μπορώ»
Που κάποια στιγμή καταλήγουν στο «δεν πειράζει».
Μισοκοιμισμένα, μετά ξεχασμένα…μετά, δεν έχει τίποτα μετά.
Κατάληξη συμβιβασμού το "δεν πειράζει".

Και τώρα πάλι χαράζει…





(Και τραγουδάω συνεχώς αυτό:
 «…Ξέρουμε πως είναι ψέμα
μα ας γίνουμε τα δυο μας ένα
να σ' αγκαλιάσω να μ' αγκαλιάσεις
να ξεγελιέσαι, να ξεγελιέμαι…»)





ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ

Δεν πειράζει,δεν πειράζει
αν δε θες να μου μιλάς
αν κρυφά μόνο κοιτάζεις
κι όλο μούτρα μου κρατάς.
Μη σε νοιάζει, μη σε νοιάζει
δε θα σπάσει το σχοινί
σαν παιχνίδι να μας μοιάζει
δίχως τέλος και αρχή...

Γιατί τα μάτια σου εγώ έχω φιλήσει
στην αγκαλιά σου η καρδιά μου εχει σβήσει
κι οι δυο μας πήγαμε σε όνειρα μετάξι
μαζί σου αγάπη μου εγώ έχω πετάξει

Δεν πειράζει, δεν πειράζει
όταν φτάνω κι ειν' αργά
ούτε θέλω να τρομάζεις
όταν ζούμε χωριστά

Μη σε νοιάζει, μη σε νοιάζει
άμα λείπει το φιλί
σαν παιχνίδι να μας μοιάζει
πάμε πάλι απ την αρχή

...Δεν αντέχω άλλο, έλα,
έλα πάρε με αγκαλιά
να πεθάνουμε στα γέλια
να 'ναι πάλι όπως παλιά...

Οδυσσέας Τσάκαλος 

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

"EVERYBODY'S CHANGING..."

Κάθε φορά που υψώνεις τα τείχη τρομάζω.
Δεν τολμώ να χτυπήσω.
Δεν έχει πόρτα, τείχη μονο.
Ψυχρά, ψηλά.
Και με παγώνεις.
Και τρομάζω.

Και σιγά-σιγά σκαρφαλώνω.
Δεν βρίσκω τον λόγο να υπάρχουν τείχη.
Δεν τα θέλω.
Οι περιττές λέξεις σβήστηκαν.
Γιατί ήταν λέξεις.
Δεν ήταν η ουσία, λέξεις απλώς, εν βρασμώ.
Κι ας πλανάται το «γιατί».
Κάθε φορά που βγαίνει από το κουτάκι που το κλειδώνω, το κυνηγάω, το πιάνω και το βάζω για ύπνο.
Και το κλειδώνω πάλι.
Και με κλείδωσες.
Και ξεκλειδώνομαι.
Για να γκρεμίσω τα τείχη σου.
Για να ζεστάνω τον πάγο σου.
Χωρίς φωτιά.
Τριβή μόνο.
Γιατί τη θέλω.
Την ανθρώπινη τριβή.
«Γιατί τους θέλω τους ανθρώπους, μα δε με αφήνουν να τους βρω…»


Και πάω…
Πάω…
Πάω…
Πάω να με μάθω πάλι.
Άλλο ερέθισμα, άλλο «εγώ».
Άλλος άνθρωπος, άλλο «εγώ».
Άλλη αλληλεπίδραση.
Άλλη οπτική.
Άλλη πλευρά μας.
Πλάκα έχει όλο αυτό.
Σαν σε παιχνίδι είμαστε κλεισμένοι.
Κι οι κανόνες δεν μπαίνουν εξ αρχής.
Τους ανακαλύπτουμε στην πορεία.
Δεν υπάρχει «συμφωνώ-διαφωνώ».
Δεν υπάρχει «παίζω-δεν παίζω».
Κανόνες είναι.
Κάποιος τους θέτει.
Σταδιακά.
Θέτουμε κι εμείς τους δικούς μας.
Κανόνες που μπλέκονται.
Πότε τηρήθηκαν;
Τηρήθηκαν ποτέ;
Και νομίζεις ότι διαλέγεις τα παιχνίδια στα οποία συμμετέχεις;
Από ένα σημείο και μετά χάνεται το δικαίωμα της «πρωτοβουλίας».
Και συνήθως βγαίνεις ανυποψίαστα.
Όπως ανυποψίαστα μπαίνεις.
Τελικά, αλληλουχία παιχνίδιών δεν είναι η ζωή;
Μικρά παιχνίδια που εντάσσονται σε ένα μεγάλο.
Εγκιβωτισμός.


Κι οι στιγμές κυλούν.
Με συνέπεια.
Χωρίς κενό.
Κι ας μας κενώνουν ώρες-ώρες.
Γεμάτοι είμαστε.


Και επικοινωνούμε.
Αυτό μετράω.
Επικοινωνούμε.
Ε, γλ μου;
Ανταλλάζουμε.
Χωράμε ο ένας στη σκέψη του άλλου.
Και πόσο σπουδαίο είναι αυτό;
Μπορουμε και μοιραζόμαστε.
Μπορούμε και μαθαίνουμε μαζί.
Κάνουμε τους απολογισμούς μας.
Μια αγκαλιά, ένα «σ’αγαπάω», ένα «σ’ευχαριστώ που είσαι στη ζωή μου».
Πόση ουσία στα λόγια αυτά;
Πόση ουσία στην αγκαλιά σου;
Και τι ώραία που δεν τις χορταίνουμε;
Μικρά παιδιά, κι οι δύο.
Ανακαλύψαμε μαζί.
Κόσμους που εγώ δεν ήξερα, εσύ τους ζούσες μέσα σου.
Και προσπάθησα να σε κάνω να τους ζήσεις και έξω.
Και να μάθω κι εγώ τους κόσμους αυτούς.
Να βγάλω τις παρωπίδες και να τους αντικρύσω.
Και τα καταφέραμε, ε;
«Παίδευση».
Φυσιολογικές ζωές.
Τα «εγώ» μας, πλάι-πλάι.
Τα «εγώ» των κόσμων που δεν ξέρω, αλλά αγαπάω.
Και χαιδεύω.
Και καταλαβαίνω.
Τον άνθρωπο.
«Σ’αγαπάω αθώα», μου λες.
Αθώα η αγάπη.

Παράλληλες οι ζωές μας.
Με στοιχήματα που κερίζονται.
Και με έπαθλο ανθρώπους.


Πειράματα κάνουμε.
Μέρος των πειραμάτων των άλλων είμαστε.
Σαν χαλασμένο τηλέφωνο οι ζωές.
Λόγια που χάνονται κατά την "αποστολή".
Άνθρωποι που χάνονται.
«θα χάσω είχα πει, μα κερδίζω».
Μα κερδίζω.


Παίζω με τις πιθανότητες.
Πάντα αυτό έκανα.
Μου δίνω χώρο.
Και αναζητώ έμπνευση.
Σε όλα.
Ώρες-ώρες νιώθω ότι είμαστε δύο στο σώμα μου.
Συμβιώνουμε επιβιώνοντας.
Η μία «πρωτόπλαστη» πατάει το φρένο και η άλλη πατάει το γκάζι.
Με αφήνω ελέυθερη.
Με φρένα και γκάζια.
Κι ας νιώθω οχυρωμένη.
Οχυρωμένη αλλά ελεύθερη.


Έχεις καταλάβει ότι οι ρόλοι του «θύτη» και του «θύματος» μοιάζουν πολύ;
Μπλέκεται ο ένας στην ψυχοσύνθεση του άλλου.
Έτσι όπως μπλέκονται οι τροχιές των ανθρώπων.
Έτσι όπως μπλέκονται οι ρόλοι τους.
Θύτης-θύμα, ίσως ένα και το αυτό.
Μπορεί ο θύτης να είναι και μεγαλύτερο θύμα.
Άσε που το «θύμα» δεν είναι ποτέ όσο θύμα νομίζει.


Απορροφώ.
Στιγμές απορροφώ.
Και λέξεις όπως:
«Έφτασα», «Ξερω»,
τις αποφεύγω.
Δε φτάνω.
Και δεν ξέρω.
Με μαθαινω.
Με ξαφνιάζω,
Δε με ξέρω.
Με ξερω ως σημερα.
Αύριο θα ξυπνήσω χωρίς να με ξέρω…


Εverybody's changing

You say you wander your own land
But when I think about it
I don't see how you can

You're aching, you're breaking
And I can see the pain in your eyes
Says everybody's changing
And I don't know why

So little time
Try to understand that I'm
Trying to make a move just to stay in the game
I try to stay awake and remember my name
But everybody's changing
And I don't feel the same

You're gone from here
Soon you will disappear
Fading into beautiful light
'Cause everybody's changing
And I don't feel right

So little time
Try to understand that I'm
Trying to make a move just to stay in the game
I try to stay awake and remember my name
But everybody's changing
And I don't feel the same

So little time
Try to understand that I'm
Trying to make a move just to stay in the game
I try to stay awake and remember my name
But everybody's changing
And I don't feel the same

Oh
Everybody's changing
And I don't feel the same


Keane

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

"...Έρχεται κρύο..."

Αν δίπλα από κάθε «όχι» υπήρχε σε παρένθεση το "ακόμα" και δίπλα από κάθε «ναι» σε παρένθεση το "για όσο",
κανέναν δεν θα προβλημάτιζαν οι δηλώσεις.
Αναιρούνται αυτομάτως τα «ποτέ» και τα «πάντα».
Εννοείται ότι υπάρχουν «όχι» που έχουν τελεία και παύλα, που δεν είναι στο χέρι μας να αλλάξουν.
Και ξέρεις, «δεύτερη ζωή δεν έχει»,
αλλά δε βαριέσαι…


Τα «ναι» διαχειρίζεσαι πιο εύκολα ή τα «όχι»;
Ποιό σε σαστίζει πιο πολύ;


«Με ένα "όχι" καθαρίζεις, με ένα "ναι" παντού χρωστάς…».
Κι είναι μεγάλη υπόθεση τα χρωστούμενα.
Τρύπες ανοιχτές στο διάβα σου.
Άλλες τις άνοιξες εσύ, άλλες κάποιοι άλλοι.


Τα περισσότερα απ’όσα ζούμε, τα διαλέξαμε (ή βάλαμε απλώς το χεράκι μας...)
Επιλογή μας ήταν.
Αυτό μας καθιστά περισσότερο «ένοχους» απ’όσο αντέχουμε να νιώθουμε και λιγότερο «θύματα» απ’όσο έχουμε ανάγκη να νιώθουμε.
(το δράμα είναι στη φύση του ανθρώπου, νομίζω, ε;)


Απλά είναι όλα.
Με τον καιρό το κατανοώ περισσότερο.


Λεπτό-λεπτό.
Στιγμή-στιγμή.
Βήμα-βήμα.
Οδηγώ.
Οδηγούμαι.
Μεγαλώνω.
Μεγαλώνουμε.
Αμυνόμαστε αυθόρμητα.
Μαθαίνουμε γρηγορότερα.
Κι αυτό το «θέλει τον χρόνο του», αυτός ο απαραίτητος χρόνος, όσο μεγαλώνουμε αποκτά μικρότερη διάρκεια.
Το έχεις παρατηρήσει;


Τώρα πια οι αλήθειες χωνεύονται.
Χωρίς επεξεργάσία.
Χωρίς μάσημα.
Κατ’ευθείαν στομάχι.
Και τώρα πια το μυαλό ξεχνάει.
Έχει τους δικούς του μηχανισμούς.
Αυτόνομους σχεδόν.
Και τώρα πια χαϊδεύει το «ανθρώπινο».
Κάνει πέρα την αμηχανία και χαϊδεύει το ανθρώπινο.
Ό,τι ονομάζεται ανθρώπινο.
Κι είναι τόσο αληθινά αυθόρμητο.


Σε στιγμές χωράμε όλοι.
Σε στιγμές χωρέσαμε και θα χωρέσουμε.
Κι άλλες φορές χωράμε με ευκολία και άνεση.
Άλλες πάλι στριμωχνόμαστε.
Τι σημασία έχει;
Αρκεί να χωρέσουμε.
Αρκεί που χωρέσαμε.
Αν…


Έχεις συνειδητοποιήσει πως οι μεγάλες αλλαγές έρχονται τις πιο ανυποψίαστες στιγμές;
Έρχεται το γεγονός, σκάει μπροστά σου, σκάει μέσα σου, σε μεταφέρει σε άλλον δρόμο και σου λέει: «Να, περπάτα τώρα!».
Με χαμόγελο.
Και ξέρεις, θα γκρεμοτσακιστείς.
Θα τρέξεις.
θα γελάσεις.
Θα πέσεις.
Θα συρθείς.
θα ξαναγελάσεις.
Θα το ζήσεις.

 
Μικρό παιδί-μεγάλη αθωότητα.
Ψέματα.
Μεγάλο παιδί-μικρή αθωότητα.
Όχι.
Να βγάλουμε τους επιθετικούς προσδιορισμούς;
Παιδί-αθωότητα.


Έχουμε προσδιορισμούς.
Δεν ειμαστε απροσδιόριστοι.
Απλώς τους κρύβουμε.
Βολεύει.
Κι εμάς και τους άλλους.
Βολεύει και να δίνουμε προσδιορισμούς.
Αυτό δε βολεύει τους άλλους.
Μόνο εμάς.


Περιπλανήσεις.
Εκδρομές.
Με ανθρώπους.
Γύρω από ανθρώπους.
Γύρω από τις σκέψεις τους.
Ξεδιπλώματα.
Άνθρωποι.
Πόσο μοιάζουμε;


Προθέσεις.
Κίνητρα.
Απορίες.
Σε κουτάκι μπήκαν.
Σχεδόν αθόρυβα.
Τοποθετήθηκαν ήσυχα-ήσυχα.
Και κρατήθηκε η ουσία.
Η όποια ουσία.
Κι αυτή δε χωράει σε κουτάκια.


«Οι στιγμές που σκάνε.»
Αυτό έχω στο μυαλό μου μέρες τώρα.
Οι στιγμές και οι αλλαγες.
Που μας ξεβολεύουν.
Για καλό ή ……..
Οι αλλαγές που έρχονται φυσικά.
Οι στιγμές που έρχονται φυσικά.
Οι άνθρωποι που έρχονται φυσικά.
Η φυσική εξέλιξη.
Κι η κάθε «εκδρομή» μας.


Αυτό "ήρθε" και με "χτύπησε" όμορφα:


"Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Aίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι."


(«Άφησα να μην ξέρω», Κική Δημουλά.
Εδώ υπάρχει ολόκληρο.)




Δεν άφησα να μην ξέρω.
Με άφησες να μην ξέρω.
Μα λίγη σημασία έχει.


Ο τρόπος που δεχόμαστε.
Ο τρόπος που αποχωριζόμαστε,
Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε.


Με μυαλό γυμνασμένο πια…

Με τα χέρια ανοιχτά…


Το «έρχεται κρύο» δικό σου. Πολύ.


Έρχεται κρύο

Κι απόμεινα παιχνίδι σ' ένα πάρκο
που πια κανείς δε θέλει να το δει.
Κι αν κάθομαι ακόμα και σου γράφω,
είναι γιατί σε πόνεσα πολύ.


Κι απόμεινα μονάχη σ' ένα τρένο
που βγήκε κάποια νύχτα απ' τη γραμμή.
Κι αν κάθομαι ακόμα κι επιμένω,
είναι γιατί σ' αγάπησα πολύ.


Κοίτα να ντύνεσαι καλά
κι έρχεται κρύο.
Ξέρεις, δεν είπα πουθενά
για 'μας τους δύο.


 
Αρλέτα
 
Στίχοι: Κυριάκος Ντούμος

Μουσική: Λάκης Παπαδόπουλος