Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

"ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ..."

Στιγμή.
Γιατί είναι μικρή και αφήνει το στίγμα της.
Βουτάω.
Με αγγίζει.
Την αγγίζω.
Με πλάθει.
Με σκορπάει.
Με μεθάει.
Με αγκαλιάζει.
Με χτυπάει.
Και με «αφήνει» στην επόμενη.
Άλλοτε με πετάει στον αέρα και με πιάνει η άλλη.
Άλλοτε με σπρώχνει με βία.
Κι είναι πάντα ίδια η διάρκεια.
Κι είναι πάντα διαφορετική η ένταση.
Κι είναι πάντα διαφορετική η πρόσληψη.


Είμαστε κατασκευές που δημιουργήθηκαν πάνω στη μέθη της στιγμής.
Είμαστε κατασκευαστές ζωών.
Κατασκευές άλλων που με τη σειρά μας κατασκευάζουμε άλλους.
Κι έχουμε περιτυλίγματα.
Άφθονα.
Περιτυλίγματα για τους άλλους.
Περιτυλίγματα για τους εαυτούς μας.
Άλλα τα διαλέξαμε.
Άλλα μας διάλεξαν.
Και άφθονα άλλοθι.
Για την ένδυση των εαυτών.
Για την απόδυση των εαυτών.


Σώριασα δυο-τρεις λέξεις σ’ένα χαρτί.
Το έκρυψα.
Θα το βρω κάποτε.
Να δω αν η στιγμή άφησε κάτι.


Αφήνω δυο-τρεις λέξεις πάνω στη στιγμή σου.
Αφήνεις δυο-τρεις πάνω στη δική μου.
Η στιγμή γεννήθηκε για φυγή.
Εμείς γεννηθήκαμε για φυγή.
Εμείς αφεθήκαμε στις φυγές.
Κι οι φυγές κόμπιασαν κάτι στιγμές.


Λαχτάρησα μια λέξη που να μένει.
Λαχτάρησα ανθρώπους που φεύγουν…


Λαχάνιασα στο κυνήγι της λέξης.
Και με κούρασε το κυνήγι της στιγμής.
Χάρηκα που άπλωσα τα χέρια μου να σε πιάσω.
Ο αέρας δεν πιάνεται.
Σε στριφογυρίζει.
Σε παγώνει.
Σε μαγεύει.
Σε διαπερνά.
Αλλά δεν πιάνεται.


«Βλέπω» τη στιγμή.
«Βλέπω» και το σύνολο των στιγμών.
Βλέπω αυτό που λέγεται «ζωή» από τα δύο άκρα της.
Στο ένα άκρο ο ανιψιός μου, ενάμιση έτους, νέος στη «ζωή».
Στο άλλο ο παππούς μου που σήμερα «άφησε» αυτό που λέγεται «ζωή».
Ευθεία που γίνεται κύκλος και κλείνει.
Παιδιά και οι δύο.
Τόσο κοντά οι αντιδράσεις.
Με διαπεραστικό βλέμμα και οι δύο.
Το ένα, της αθωότητας.
Το άλλο, της έλλειψης δυνατότητας.
Το βλέμμα που ζητά «βοήθεια».
Και νιώθεις τόσο ανήμπορος.
Με διαπερνούν εξίσου.
Με στιγμάτισαν εξίσου.


Σαν την καμπύλη που γίνεται ευθεία.
Για να έρθει η ευθεία και να ξαναγίνει καμπύλη.
Η στιγμή που διαδέχεται την προηγούμενη.
Και αφήνεται στη επόμενη.
Η κάθε στιγμή παίρνει.
Η κάθε στιγμή φέρνει.


Εστιάζω στη στιγμή.
Που διαρκεί ελάχιστα.
Που γίνεται μνήμη.
Και η μνήμη διαρκεί «όσο…».


Και σήμερα έχω λίγη από την αθωότητα των παραμυθιών του παππού μου.
Κι ας μην έχω δίπλα μου τη σακούλα με τις σοκολάτες που μου έφερνε κάθε φορά που ερχόταν απ’τη Χαλκιδική.
Ένα χαμόγελο μόνο.
Και το προχθεσινό «σ’αγαπάω» βουτηγμένο σε μνήμες.


Αποσκευές οι εμπειρίες.
Αποσκευές οι μνήμες.
Αποσκευές η εξέλιξη.
Αποσκευές οι άνθρωποι.
Αποσκευές των άλλων κι εμείς.
Κι άλλος κύκλος.
(μήπως αυτό που εσύ λες εξίσωση, εγώ το λέω κύκλο;
Εσύ άλγεβρα, εγώ γεωμετρία…)


Βήμα-βήμα.
Περπατάω.
(«Μάθε μου να περπατάω»)
Αρπάζω τη στιγμή.
Πέφτω με τα μούτρα πάνω της.
Πάνω σε ό,τι περιλαμβάνει.
Δε φοβάμαι.
Μη φοβάσαι.
Ποτέ δε διήρκεσε περισσότερο απ’όσο έπρεπε.
Ποτέ δεν έφερε ό,τι δεν είχαμε ανάγκη.
Ας την αφήσουμε να διαρκέσει όσο χρειάζεται.
Όσο χρειάζεσαι.
Όσο χρειάζομαι.




"OI ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ"


Σ' έπαιρνα πάντοτε μαζί μου
όποτε έφευγα μακριά σου
σε ξένη νύχτα


Μια καληνύχτα στη ζωή μου
να ζω μακριά κι όμως κοντά σου
να 'μαι κοντά σου


Κι ήσουν εσύ οι αποσκευές μου
στα μακρινά μου τα ταξίδια
κι όταν γυρνούσα απ' τις φυγές μου
ήταν καινούργια όλα τα ίδια


Ένα κομμάτι ουρανό νοστάλγησα
μου 'λειψες πρόλαβα να πω
Και ράγισα


Είδα δυο σύννεφα εδώ
και μ' έφεραν κοντά σου
κοντά σου


Σ' έπαιρνα πάντοτε μαζί μου
όποτε έφευγα μακριά σου
σ' άλλη σελίδα


Πυξίδα να 'χει η επιστροφή μου
να νιώθω μες στην αγκαλιά σου
να 'μαι κοντά σου


Κι ήσουν εσύ οι αποσκευές μου
στα μακρινά μου τα ταξίδια
κι όταν γυρνούσα απ' τις φυγές μου
ήταν καινούργια όλα τα ίδια


Μαριος Φραγκούλης
Στίχοι: Παρασκευάς Καρασούλος
Μουσική: Στέφανος Κορκολής