Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

"Ο καημός της φυσαρμόνικας"...

Η γενική αντίληψη είναι αποτέλεσμα μαθηματικών πράξεων.
Μια πρόσθεση αντιλήψεων.
Ένα σύνολο που έρχεται αντιμέτωπο με την προσδοκία.
Η προσδοκία είναι το μέτρο που τίθεται κάθε φορά.
Η προσδοκία είναι το όριο.
Κλείνεις τα μάτια σου και φτιάχνεις κόσμους.
Κόσμους που ζουν πέρα από εσένα.
Κόσμους ιπτάμενους, χωρίς κλωστούλα να τους δένει με τον πραγματικό.
Όσες ιδέες κι αν σου έδωσαν αυτοί οι κόσμοι, κανένας δεν σου έδωσε πνοή, έτσι δεν είναι;
Όσα παιχνίδια και να έπαιξες κανένα δεν σε εξέλιξε στ’αλήθεια, έτσι δεν είναι;
Όση «ζωή» και να σου έδωσαν, κανένα δεν σου έδωσε ζωή, χωρίς εισαγωγικά, έτσι δεν είναι;


Καλή η απογείωση, αλλά στηρίζω γείωση.
Προτιμώ τα βήματα παρά το πέταγμα.
Είναι πιο στέρεα.
Είσαι πιο στέρεος.
Είσαι πιο ακέραιος.


Με ενοχλεί ο κάθετος εαυτός μου.
Με ενοχλεί ο αδιάφορος εαυτός μου.
Με ενοχλεί ο χρόνος που σε πετάει σε μια γωνιά κουρασμένο.
Βγαίνεις από το τούνελ.
Κοιτάς τριγύρω σου: «Βγήκα αλώβητός», σκέφτεσαι.
«Βγήκα», ξανασκέφτεσαι.
Πολύς χαμένος χρόνος.
Δεν υπάρχει χειρότερος χαρακτηρισμός για την έννοια του χρόνου από τη μετοχή «χαμένος».
Με αυτό τερματίζεις.
Με αυτό η προσδοκία σου γίνεται μπαλόνι και πετάει.
Κι εσύ ξαπλώνεις στο πάτωμα ανακουφισμένος.
Ταξιδάκια μωρέ.
Με σκοπό ή χωρίς.
Τι σημασία έχει τελικά;
Ξαπλώνεις και αγναντεύεις ουρανούς.
Ξαπλώνεις και επαναδημιουργείσαι για άλλους ουρανούς.
Είμαστε μέρος μιας αντικαστάστασης.
Αντικαθιστούμε και μας αντικαθιστούν.
Με συνέπεια.
Ευτυχώς.


Μετρήματα αυθόρμητα.
Μαθηματικά απλά.
«Πόσα πήρες;»-«πόσα δεν πήρες;».
«Τι πήρες;».
Πραξούλες.
Αποτέλεσμα.
Που απλώς το κοιτάς.
Που υποσυνείδητα το αξιολογείς.
Που ασυνείδητα το έχεις αξιολογήσει καθ΄όλη τη διάρκεια της πορείας.
Σεβάσου το μυαλό και τις ανάγκες του.
Για το τέλος.
Στην αρχή ψαξ’το λίγο.
Αν δεν το ψάξεις τουλάχιστον κράτα αυτόν τον γαμημένο σεβασμό.
Αν μπορείς ανάλυσέ το.
Όχι τον σεβασμό.
Την ανάγκη του μυαλού.


Ημιτελείς είμαστε.
Τα απέναντι μάτια μπορούν να μας κοιτάξουν ως το «τέλειο».
Μετά ως το «ατελές».
Αλλά ημιτελείς είμαστε.
Επιδεχόμαστε διόρθωσης διανοητικά.
Ο άλλος μας κατασκευάζει στη συνείδησή του.
Χτιζόμαστε.
Μετά γκρεμιζόμαστε.
Σαν να φοράς ένα ζευγάρι γυαλιά και μετά να τα βγάζεις.
Σπουδαίο παιχνίδι.
Αρρωστημένο.
Παλέυεις να δικαιολογήσεις και να διασώσεις.
Μια μέρα θα μπει στα λεξικά το ρήμα «εξαλλοθίζω».
«Δημιουργώ άλλοθι στις καταστάσεις».
Πόσες φορές το έχεις κάνει;
Είναι που «ο κόσμος είναι μια χούφτα από εκατομμύρια μόρια
Κι η κατανόηση δείχνει ν' αργοπεθαίνει».



Είμαστε παρατονισμένες συλλαβές.
Ανορθόγραφες λέξεις.
Λέξεις διφορούμενες.
Όλα έχουν διττή σημασία.
Εμείς διαλέγουμε μία και την κάνουμε ό,τι θέλουμε.
Τη φοράμε και τη δείχνουμε.
Τη στολίζουμε και την προσωποποιούμε.
Της δίνουμε χρώμα, σχήμα και αέρα.
Μέχρι τη μέρα που θα ξυπνήσουμε και δεν θα μας κάνει.
Ή δεν θα μας αρκεί.
Και ξέρεις, εκεί δεν έχει πισωγύρισμα και διόρθωση.
Εκεί έχει πέταμα.


Παίζουμε με σημεία στίξης ώρες-ώρες.
Είναι που η στίξη σχετίζεται με τη στιγμή.
Είναι που η στιγμή σχετίζεται με το στίγμα.
Είναι που το στίγμα σε παραμύθιασαν ότι είναι ανεξίτηλο.
Είναι που εσύ καθορίζεις καμιά φορά τι μένει και τι όχι.
Είναι κι αυτή η αιώνια εφηβική μανία του «για πάντα».
Είναι κι αυτή η αιώνια ενήλικη μανία του «ποτέ».
Είναι που φυλαγόμαστε, όχι γιατί έχουμε τίποτα πολύτιμο.
Είναι που φυλαγόμαστε από φόβο μωρέ.
Επειδή αλώβητοι δεν είμαστε.
Μαλάκες είμαστε.


Την έμπνευση ζητάμε.
Μόνο η έμπνευση δεν φοβάται.
Μόνο αυτή έρχεται με μανία και προσπερνά φόβους, χρόνους και περιορισμούς.
Ενδεδυμένη κατάλληλα,
Προσαρτημένη με τα ακατάλληλα που είναι απαραίτητα.
Κάθε έμπνευση περιλαμβάνει κάτι ακατάλληλο.
Κάθε τι ακατάλληλο περιλαμβάνει λίγη έμπνευση.


Κάθε άνθρωπος ξέρει το κομμάτι της ζωής  σου που θέλεις να του δείξεις.
Ίσως και ένα μικρό κομμάτι που διαισθάνεται.
Ως εκεί.
Τα υπόλοιπα λεξούλες που συνειδητά σου παρουσιάζει.
Όχι η ζωή του.
Οι λεξούλες του.
Μετα παίζεις με ποσοστά συσχέτισης.
Με την αντιληπτική ικανότητα, όχι που έχει, αλλά αυτή που θέλει ή έχει ανάγκη να έχει.
Το παιχνίδι λέει να βάλεις τον άλλον στον κόσμο που θέλεις, όχι στον κόσμο που είσαι.
Οι κόσμοι μας.
Ο κόσμος μου και ο κόσμος σου.
Και ο από κοινού…
Ο κόσμος μας.


Ο έρωτας δεν είναι η ψευδαίσθηση του πάντα.
Είναι η ψευδαίσθηση του «δεν μπορώ χωρίς».
Μέχρι που τα «δεν» γίνονται διπλή ψευδαίσθηση.
Και το «χωρίς» αδυνατίζει.


«Ένα τσιγάρο ακόμα».
Πόσες φορές έχεις ακούσει ή πει αυτή τη φράση;
«Ένα τσιγάρο ακόμα».
Υπάρχουν και οι σχέσεις του «ένα τσιγάρο ακόμα».
Σπανίως το έχεις ανάγκη αυτό το επιπλέον τσιγάρο, έτσι δεν είναι;
Αυτήν την επιπλέον, δίχως νόημα παράταση.
Τις σχέσεις «ένα τσιγάρο ακόμα» μια φωτιά τις σώζει.
Όχι αυτή που ανάβει το τσιγάρο.
Αυτή που το καίει μια και καλή.


*"Ο καημός της φυσαρμόνικας" είναι το τραγούδι που θα μπορούσα να ακούω για πάντα.


Ο καημός της φυσαρμόνικας
Όνειρο που φεύγει είν' η ζωή,
μέσα στ' όνειρό μου είσαι και συ

Έρχεσαι πάντα το βράδυ
μελαγχολικά
σαν το στερνό το τρένο του χειμώνα,
η καρδιά μου χιονισμένη
στέπα ερημική προσμένει
τον καημό σου και σε καρτερεί.

Όνειρο που φεύγει είν' η ζωή,
μέσα στ' όνειρό μου είσαι και συ.

Έρχεσαι και δε σωπαίνεις,
μέσ' από τη στάχτη
μια φωτιά γυρεύεις κι όλο φεύγεις
τριγυρνάς μέσα στη νύχτα
φάντασμα ωχρό της προσμονής μου
μαυροπούλι ερημικό.

Κι όπως έρχεσαι έτσι φεύγεις
έτσι απρόσμενα αγαπάς
μισείς ξεχνάς πλάνες μαζεύεις
μα η καρδιά μου χιονισμένη
στέπα ερημική προσμένει
τον καημό σου πάντα καρτερεί.

Όνειρο που φεύγει είν' η ζωή,
μέσα στ' όνειρό μου είσαι κι εσύ...



Μαρία Δημητριάδη
Στίχοι/Μουσική: Γιώργος Σταυριανός

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

"What are the chances..."

Το πρόβλημα με τις ανθρώπινες σχέσεις είναι ότι όλα καταγράφονται:
Γίνονται συναίσθημα,
γίνονται αποθηκευτικός χώρος,
γίνονται σκέψεις στον εγκέφαλο.
Κι από ένα σημείο και μετά δεν έχεις να διαχειριστείς σχέσεις ή ανθρώπους.
Έχεις να διαχειριστείς σημεία.
Παύει ο ανθρώπινος παράγων.
Και βρίσκεις ανάπηρο τον κόσμο στα σημεία.
Βρίσκεις τις σχέσεις σου ανάπηρες.
Τον άλλον ανάπηρο.
Τον εαυτό σου ανάπηρο.
Ο χρόνος προσωποποιείται,
περνάει μέσα απ’τη σχέση,
τραβάει απ’όπου μπορεί
Ή απ’όπου άφησες ανοιχτά παραθυράκια.
Σχέσεις που μπάζουν.
Και το αντιλαμβάνεται μόνο ο ένας.
Μια μέρα θα ξυπνήσω και θα σου τα πω όλα.
Ξέρεις αυτές τις μαλακίες του «δεν φταις εσύ, φταίω εγώ».
Ευγένειες.
Ειλικρίνειες.
Ή μια μέρα απλώς δεν θα έχω πια δικαιολογία.
Και δεν θα σου πω «ξέρεις, συμβαίνει αυτό».
Θα σου πω: ΔΕΝ ξέρεις.
Τίποτα.
Τίποτα για εμένα.
Με τρομάζει η αντίληψη.
Το πώς αντιλαμβάνεται κάποιος το κοινό σας κομμάτι.
Τι ονομασία του δίνει.
Τι εννοεί όταν λέει «σ’αγαπώ».
Ποιόν ακριβώς αγαπάει.
Αυτόν που βλέπει.
Αυτόν που αλληλεπιδρά.
Αυτόν που φαντάζεται.
Αυτόν που είναι.
Αυτόν που θα ήθελε να είναι.
Αυτόν που βλέπει η καρδιά του.
Ποιόν απ΄όλους αγαπάς γαμώτο;

Δεν μ’αρέσει η λέξη.
Το μυαλό μου είναι κατασκευασμένο για αναλύσεις.
Έμαθε να κόβει τις λέξεις, να ψάχνει την προέλευση.
Δεν είναι φτιαγμένο για τέτοια.
Δεν μπορείς να μου πασάρεις μια λεξούλα και να τη δεχτώ έτοιμη.
Και δεν ξέρω που σκατά είναι τα ανιδιοτελή «σ’αγαπώ».
Αυτά που βλέπουν την αλήθεια, και νιώθουν το ρηματάκι έτσι απλά.
Αυτά που πασάρονται με μια παρένθεση που λεει: (δεν περιμένω τίποτα από εσένα).
Με ενοχλεί, αν περιμένεις.
Με ενοχλεί αν «πρέπει» να πάρεις.
Με ενοχλεί που μπορεί να μην έχω τίποτα που να μπορείς να πάρεις.
Με ενοχλεί που αν έχω κάτι, πάνω έχει ταμπέλα και όνομα.
Με ενοχλεί αν δεν είναι το δικό σου όνομα.

Για να σε δω.
Μπορείς να τα βάλεις με τα σημεία;
Μπορείς να παλέψεις με αυτά;
Στιγματάκια.
Που αν τα ενώσεις μπορεί να βγει και σχέδιο.
Μπορει να βγει και μουτζούρα.
Για να σε δω:
Πώς νιώθεις αν εσύ είσαι η μουτζούρα;

Και ξυπνάς ένα πρωί και έχεις βρει στόχο-σκοπό-κίνητρα-προορισμό-διαδρομή.
Και έχεις φτιάξει το συμπερασματάκι σου.
Null.
Και τις απορίες σου δεν σου τις έλυσε κανείς.
Και δεν σε πολυνοιάζει.
Και ξέρεις-δεν ξέρεις δεν έχει σημασία.

Εκεί είναι η ουσία μάτια μου:
Στη σημασία.
Και στις διαστάσεις της.
Πόσο μεγάλη είναι, πόσο μικρό σε κάνει.
Γαμημένο μυαλό.
Τα γεννά και τα σκοτώνει.
Σε γεννά και σε σκοτώνει.
Σε κατασκευάζει προσεκτικά, σε συναρμολογεί.
Και κάποια στιγμή βλέπεις τριγύρω σου κομμάτια,
βίδες,
ξεχαρβαλωμένες ιδέες.
Σκοτεινά δωμάτια που κλείνεις την πόρτα και φεύγεις.
Ποια κλειδιά μωρέ;
Σε παραμύθιασαν ότι τις ιστοριούλες σου τις κλειδώνεις;
Η πρόκληση είναι να έχεις τα κλειδιά σου χέρι σου και να μη σε νοιάζει.

Μη σε σαγηνεύει το σκοτάδι.
Πίσω από κάθε τι σκοτεινό και μυστήριο που σου γνέφει ιντριγκαδόρικα, κρύβεται ένα μυστικό.
Αλλιώς όλοι θα κουβαλούσαμε τις σκέψεις μας στα χέρια, φόρα-παρτίδα, με την ταμπελίτσα: Αυτός είμαι.

Τα αγαπώ τα φωτεινά πλάσματα.
Που χαμογελούν αληθινα, εξομολογούνται αληθινά, κλαίνε αληθινά και μιλάνε αυθόρμητα.
Τα αγαπώ, αλλά δεν τα ερωτεύομαι.

Είμαστε κατασκευές πολύπλοκες θεωρητικά.
Πρακτικά θέλουμε άγγιγμα στα κατάλληλα σημεία.
Να λυθούμε.
Θέλουμε ένα κατάλληλο νεύμα να ανάψει το φανάρι πράσινο.
Αν πατάς λάθος κουμπιά θα είναι πάντα κόκκινο.
Το πορτοκαλί να το προσέξεις.
Δε σημαίνει ότι άναψε πράσινο.
Δε σημαίνει ότι πάτησες το σωστό κουμπί.
Σημαίνει: ανάγκη.
Σημαίνει «πέρνα, αλλά μπορεί να το μετανιώσω»
Σημαίνει «αν δεν περάσεις, έχασες»
Ή κέρδισες.

Καμιά φορά νομίζω ότι είσαι αυτό που δεν ήθελα να είμαι.
Καμιά φορά νομίζω ότι γίνομαι αυτό που δεν θα ήθελες.
Καμιά φορά είμαι ό,τι θέλω.
Καμιά φορά θέλω ό,τι είμαι.
Καμιά φορά θέλω μόνο να θέλω.
Και να μπορώ.

Κι αν το καλοσκεφτείς, σε αυτή τη ζωή παίζεις με πιθανότητες και ευκαιρίες.
Κι αυτά συνδέονται.
Τα ψάχνεις.
Και σε ψάχνουν.
Χάσε το μέτρημα των ευκαιριών.
Να χάσω το μέτρημα των πιθανοτήτων.

(Αν το mixpod μου έκανε τη χάρη, θα ακουγόταν και αυτό:)



WHAT ARE THE CHANCES

Tell me what are the chances
of me drinking alone
of aching for you to the bone?
tell me what are the chances
this bottle could keep me alive
without you by my side?

and Tell me what are the chances
of me meeting you in the rain
with nothing to say...

I had a dream I was on fire
you were watching me closely
then you just left
I had a dream it turned into nightmare
you were light
now only darkness i see,
you were all I desired..

and Tell me what are the chances
of me meeting you in the rain
for second chances...

All my friends seem to remind me
of the bitterness that I feel
and how you despise me..
Tell me please what are the chances
of me leaving doors open wide ...
of you coming in with a smile..

and Tell me what are the chances of me meeting you in the rain
with nothing to say...
and Tell me what are the chances of me meeting you in the rain for second chances...

Tell me please is this the end ?
cause I've run out of chances my friend..
I've run out of chances..
Tell me please I'm closed to myself
I feel beaten and broken again..
beaten and broken..

and Tell me what are the chances of me
leaviing you in the rain
all covered in pain...?
and tell me what are the chances of you
passing me by in your car
when I was still there..
left alone with my chances ,
with my nightmares , withn my hopes and fears to dry...
you are a nightmare... it's a nightmare ...

What are the chances of me...?
What are the chances of you...?

Tell me please my guardiian angel...will you come for me?
will you come for me...?


Dusk

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

"Συνέχεια στα Όρια..."

Η ζωή ώρες-ώρες είναι σαν μια ανορθόγραφη ερωτική εξομολόγηση.

Όρια.
«Οριάνθρωποι».
Θα έχεις συναντήσει τέτοιους.
Θα έχεις γίνει τέτοιος.
Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν αγκαλιά όρια,
και όρια που έχουν αγκαλιά ανθρώπους.
Θα έχεις ζήσει με όρια.
Μπορεί και να ζεις ακόμα.
Όλοι έχουν όρια.
Και τα όρια έχουν ανθρώπους.
Άμυνες χιλιομέτρων.
Κανόνες απαράβατους.
Πόρτες να ξεκλειδώσεις.
Που η πρόθεση δε μετράει.
Που το κλειδί σκούριασε.
Που το μυαλό σκούριασε.
Που η πρόθεση σκούριασε.
Τα όρια δεσμεύουν προθέσεις.
Τα όρια δεσμεύουν ανθρώπους.
Τα όρια είναι δεσμά.
Αλλά δεσμεύουν και ‘σένα.
Σε δεσμεύεις.
Άλλο ορίζω, άλλο περιορίζω.

Καμιά φορά νιώθεις τόσο αυτόνομος που δεν έχεις ανάγκη από ανάγκη.
Μετά η ανάγκη γίνεται ένα τέρας.
Μετά γίνεσαι εσύ τέρας.
Και συμφιλιώνεσαι:
με την ανάγκη και με το τέρας.

Διανύεις την ανηφορίτσα.
Σαν στρατιώτης.
Οπλισμένος.
Θα σου έχει τύχει.
Καθορισμένες προτεραιότητες.
Βήμα δυνατό.
Και κάπου-κάπου ανοίγεις τα μάτια σου:
Τα πράγματα δεν χρειάζεται πάντα να τα ξεδιαλύνεις εσύ.
Υπάρχει κι αυτό το σύμπαν που κάνει ό,τι γουστάρει.
Που βάζει τις ταμπελίτσες ύπουλα:
«Σημαντικό»-«Ασήμαντο».
Και δεν παίρνεις χαμπάρι.
Διαμορφώνεται η ζωή.
Ηρεμεί το μυαλό.
Και δεν παίρνεις χαμπάρι.

Το σύμπαν είναι γελοίο.
Η τύχη είναι γελοία.
Το αντίθετο του «τυχαίου» δεν είναι το «μοιραίο».
Είναι το ατυχές.

Σου έχω πει πόσο βαριέμαι τους ανθρώπους που έχουν να πουν πάντα κάτι περισσότερο από αυτό που χρειάζεται;
Έχεις σκεφτεί ποτέ τι χρειάζεται να πεις ή να κάνεις;
Όχι «τι πρέπει».
Ούτε «τι θέλεις».
Τι χρειάζεται.
Τι χρειάζονται οι άνθρωποι.
Στην αρχή χρειάζονται.
Μετά προκύπτει ανάγκη.
Κι αυτό το μέτρο, δεν το θέτεις εσύ.
Το μέτρο τίθεται συμπαντικά.
Συμπαντικό όριο.

Περίεργο το «με νοιάζει».
Στην αρχή «σε νοιάζει».
Και δεν σε νοιάζει που «σε νοιάζει».
Μετά «δεν σε νοιάζει».
Μετά σε νοιάζει που «δεν σε νοιάζει».
Δεν είναι περίεργο αυτό το στάδιο;
Που απορείς.
Χθες με ένοιαζε.
Σήμερα γιατί δε με νοιάζει;
Τα γαμωερεθίσματα είναι ύπουλα.
Δεν είναι καν αντιληπτά.
Οι άνθρωποι αλλάζουν θέσεις.
Και δεν το αντιλαμβάνεσαι.
Το μυαλό σε χειρίζεται.
Και μετά χειρίζεται και το συναίσθημα.
Και μετά, ξυπνάς ένα πρωί και έρχεσαι αντιμέτωπος με ένα «δε με νοιάζει».
Και σε ενοχλεί.
Γιατί θα έπρεπε να σε νοιάζει.
Κουβεντούλες στον καθρέφτη.

Πιάσε την ανάγκη από τα μαλλιά.
Και κοίτα την.
Ψαξ΄την.
Σεβάσου την.
Από κάπου γεννήθηκε.
Από κάπου γέμισε.
Κάπου θέλει να αδειάσει.
Ενδιάμεσα μπορεί και να κοιμήθηκε.
Μα αν δεν αδειάσει δεν πεθαίνει.

Κι έρχεται πριν μερικές μέρες ένα «σ’αγαπώ» δέκα χρόνια μετά.
Δέκα ολόκληρα χρόνια μετά.
Όχι «σ’αγαπούσα».
Ούτε «σ’αγάπησα».
«Σ’αγαπώ».
Ενεστώτας.
Και ξέρεις ότι λέει αλήθεια.
Γιατί δεν έχει κανέναν λόγο να πει ψέματα.
Γιατί δεν έχει καμία σημασία.
Γιατί τώρα πια δεν τρομοκρατεί κανέναν.
Δεν είναι αστείο;
Είμαστε δύο άλλοι, αλλά με την ίδια διαχρονική λεξούλα.
Που δεν σε νοιάζει να το ψάξεις.
Δεν σε αφορά να βρεις ρίζες και πηγές.
Δεν σε αφορά να το ορίσεις, να το συντάξεις.
Σαν μια ανάγκη αμοιβαίως κοιμισμένη.
Πήρε το δρόμο της.
Δύο άνθρωποι -κάποτε- στα όρια.
Δέκα χρόνιά μετά δεν έχουν σημασία τα όρια.
Ποιος αφαιρεί τα όρια;
Ο χρόνος ή οι άνθρωποι;

Κάπου-κάπου επιστρέφουν οι αναφορές σου.
Κάποια πράγματα που στο παρελθόν περνούσαν από το μυαλό σου και σε τρόμαζαν, έρχονται κάποια στιγμή στη ζωή σου φυσιολογικά.
Σαν φυσικά επακόλουθα.
Σαν λεξούλα που το ρηματάκι που περιέχει, το έζησες, το ένιωσες και απλώς δηλώνεται.
Απλώς συμβαίνει.
Δεν χρειάζονται πάντα αιτίες.
Τα «σ’αγαπώ» δεν έρχονται πάντα σε μαγικά περιβάλλοντα.
Δεν είναι φτιαγμένα για ιδανικές συνθήκες.
Έρχονται όταν γουστάρουν.
Ακόμα και χρόνια μετά.
Η δύναμη του Ενεστώτα δεν έχει όρια.


Κι απ’την άλλη, ένα κομμάτι σχεδόν απροσδιόριστο.
Σαν αδυναμία απροσδιόριστα δηλωμένη.
Βολεμένη στο όριό της.
Συνέχεια στα όρια.
Με συνέπεια στα όρια.
Με συμπέρασμα.
Με ταμπέλα.
Με όλα αυτά τα «δεν» που χαϊδεύουν το μυαλό.
Με όλα αυτά που κουβαλάει ένα μυαλό.
Σε ένα άλλο σύμπαν το περιθώριο είναι το περιττό όριο.
Που το πατάς και ανοίγεις δρόμο.
Σε ένα άλλο σύμπαν δεν υπάρχουν όρια.
Δεν υπάρχουν περιορισμοί.
Οι προορισμοί οδηγούν στα επιθυμητά ταξίδια.
Σε αυτό το σύμπαν, το όριο σε καθιστά «συμπέρασμα».
Εσένα ή την ιστορία σου.
Οι άνθρωποι γίνονται συμπεράσματα.
Γίνονται στάση, αντί για συνταξιδιώτες.
Με όρια.
Με απόρροια.
Με απορία.
Με την ετυμολογική σημασία: απουσία περάσματος.

Σε αυτό το σύμπαν, οι πρώτοι έρωτες λένε «σ’αγαπώ» δέκα χρόνια μετά.
Το "ποτέ δεν θα το μάθεις" από το "πόσο πολύ σ’αγάπησα", σε βγάζει ψεύτη.

...Σε αυτό το σύμπαν υπάρχουν ιστορίες αδύναμ(ι)ες που δεν εκμεταλλεύτηκαν τις λέξεις.
Τις ευκαιρίες.
Μια αλήθεια με όρια.
Μισή αλήθεια.
Στα όρια της αλήθειας.
«Να ‘ναι μια φορά κανονικό…»
Αλλά ξέρεις κάτι;
Τα κανονικά είναι για τους κανονικούς.

Μπλέκονται οι ιστορίες.
Μπλέκονται τα όρια.

Πάντα η μεγάλη σου ιστορία θα επανέρχεται με κάτι που θα σου χρωστά.
Μια μέρα εμείς οι δύο θα ξεμείνουμε, να ξέρεις.
Από χρωστούμενα.
Από όρια μάλλον ξεμείναμε.
Γι’αυτό πιάσαμε τις αλήθειες.
Η έμπνευση έχει το όνομά σου αυθόρμητα.
Γυρίζω στα 17 και με καθησυχάζω.
"Μια μέρα εμείς οι δύο θα ξεμείνουμε και από ανείπωτα.", θέλω να μου πω.
Θέλω να γυρίσω στα 17, να μου το πω, να μου το επιβεβαιώσω και να μου επιτρέψω να βάλω τα γέλια.
Τώρα δεν έχει την ίδια πλάκα.

…Μια μέρα θα καταλάβεις ότι «δεν παρεμβάλλεται η ζωή».
Παρεμβάλλεται το όριο.
Το όριό σου γαμώτο.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι το όριο.
Είναι η επίδρασή του.
Στην αρχή παίζει με τη θέληση.
Μετά τη σκοτώνει.
Ο άνθρωπος με όρια σου δημιουργεί όρια.
"Φταίμε κι οι δυό".
Αλλά ξέρεις κάτι;
Μια μέρα θα παραδεχτώ ότι τα όριά σου με έβγαλαν από τα δικά μου όρια.
Με απεγκλώβισαν.
Πρέπει να βγεις από τα δικά σου για να συνειδητοποιήσεις ότι σε εγκλωβίζουν του άλλου.
Κι εγώ ώρες-ώρες έχω κάτι όρια από εδώ μέχρι τον ουρανό.
Συνέχεια στα όρια.
Αλλά ξέρεις κάτι;
"Στα μάτια σου θα βρίσκω έναν κόσμο..."
Δεν έχει σημασία από τι.
Ακόμα κι αν είναι από όρια.

Μια μέρα, όταν θα έχουν ξεχαστεί τα όρια, όταν δεν θα τα έχει πια κανείς ανάγκη, θύμισέ μου να σου πω ότι τα όρια υπάρχουν για να τα σπάμε…
Κι όχι για να τα ξεχνάμε και να τα θυμόμαστε.
Δυνατά κι αδύναμα όρια.

Υ.Γ   Το «συνέχεια στα όρια» ήρθε μαγικά. Όλα τα τραγούδια ήρθαν τη στιγμή που έπρεπε. "Οι Μέρες του Φωτός". Να το αγοράσεις. Θα με θυμηθείς.




Συνέχεια στα όρια

Συνέχεια στα όρια κουράζομαι κι εγώ
να σε ταξιδεύω και να ναυαγώ
κούμπωσέ με αν θες
τα 'παμε και χθες
δεν ενώνονται εύκολα οι ζωές
μπορείς να φύγεις πρώτα εσύ
μετά σ'ακολουθώ
κάποιος μένει πάντα στο βυθό
σήμερα εσύ, αύριο εγώ
τώρα όμως πρέπει να ντυθώ

Κούμπωσέ με τώρα
θα καλέσω ένα ταξί
κάποιος κάνει πάντα την αρχή
κάτσε μια στιγμή
δωσ'μου ένα φιλί
κάτι να 'χω για τη διαδρομή

Συνέχεια στα όρια λες κι είναι για κακό
να 'ναι μια φορά κανονικό
πού 'ναι τα κλειδιά
δε σου λέω γεια
όταν φεύγεις το 'χω γρουσουζιά

Κούμπωσέ με τώρα
θα καλέσω ένα ταξί
κάποιος κάνει πάντα την αρχή
σήμερα εσύ, αύριο εγώ
κάτι όμως πρέπει να σου πω

συνέχεια στα όρια
δεν έχω τι να πω
πάρε με το βράδυ
ρώτα με αν σ' αγαπώ
άλλο ένα φιλί
ήρθε το ταξί
κι όλο δυσκολεύει πιο πολύ...

Νατάσσα Μποφίλιου
στίχοι: Γεράσιμος Ευαγγελάτος
μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

"Δεν έχω χρόνο μάτια μου..."

Άρνηση.
Θα σου έχει τύχει.
Να τα θες όλα επίπεδα.
Να είναι όλα ασπρόμαυρα.
Να μη σε νοιάζει το παραπέρα.
Συλλογή πληροφοριών.
Κωδικοποίηση.
Εξαγωγή συμπερασμάτων.
Τελεία.
Η ματιά αριστερά και δεξιά.
Κλεφτή ματιά προς τα εμπρός.
Προς τα πίσω ούτε κατά διάνοια.


Προσδιορισμός.
Μη σκέφτεσαι ορισμό.
Δεν τους συμπαθώ.
Προσδιορισμός.
Προφανώς και περιλαμβάνει περιορισμούς.
Αλλά μην ασχοληθείς  με αυτούς τώρα.
Άλλωστε δεν τους θέτεις μόνο εσύ.
Άλλωστε δεν τίθενται πάντα συνειδητά.


Προσδιορισμός:
«Τι περιμένεις από εμένα;»
«Τι περιμένω από εσένα;»
«Γιατί περιμένεις από εμένα;»
«Γιατί περιμένω από εσένα;»

«Περιμένεις;»
«Περιμενω;»
Πρόσεξες το «από», ε;
Όχι χωρίς «από».
Μην περιμένεις χωρίς «από».
Άτιμο πράγμα οι αναμονές.
Χάσιμο χρόνου.
Κι άντε, να πιεις έναν καφέ, να κάνεις κι ένα τσιγάρο, να ακούσεις και λίγη μουσική.
Μετά μένεις με το μυαλό και τις υποθέσεις του.
Άτιμο πράγμα οι υποθέσεις.
Παίζεις με σενάρια.
Εναλλακτικά.
Μετά δεν έχει.
Άτιμο πράγμα το «χωρίς επιλογή».
Νιώθεις τα χέρια σου άδεια.


Προσδιορισμός.
Καλό το χάος, αλλά το μυαλό δεν το αντέχει.
Θέλει τα κουτάκια του.
Θέλει να προσδιορίσει.
Να προσδιοριστεί.


Προσδιορισμός:
Η συγγνώμη δεν είναι πάντα η σύμφωνη γνώμη.
Γαμημένος εγωισμός.
Σε σέρνει από το κεφάλι.


Σχέσεις.
Προσδιορισμός.
Πες τες κι επαφές.
Πες τες και μαλακίες.
Κάποιες τις βάζεις στη συντήρηση.
Συντηρούνται με λεξούλες.
Ηλίθιες λεξούλες.
Πνιγμένες στην ασάφεια.
Σκεπασμένες.
Αν τις ξεσκεπάσεις θα δεις κάτι άλλο.
Δεν ξέρω τι.
Δεν κουβαλούν, συντηρούν.
Μην τις πεις επαφές.
Μην τις πεις αδυναμίες.
Αδύναμες να τις πεις.


Προσδιορισμός.
Συλλογή ερεθισμάτων.
Παζλ.
Βάλε εδώ.
Βγάλε από εδώ.
Πρόσθεσε εκεί.
Αφαίρεσε από εκεί.
Φτιάξαμε κρυμμένα νοήματα.
Τα νοήματα δεν χτίζουν μάτια μου.
Κενό είναι.
Κι όταν με λέξεις, πραγματικές λέξεις, πας να αφαιρέσεις, ξέρεις τι γίνεται;
Αφαιρείς την ελπίδα από το κενό.
Δεν γκρεμίζεις το κενό.
Δεν γκρεμίζεται το χάσμα.
Ή το κοιτάς απλώς, ή πας να το γεμίσεις ή γυρίζεις την πλάτη σου και λες: δεν παει στα κομμάτια;
Δεν παίζουν με τα κενά.
«Προσοχή στο κενό».
Σκέτο.
Εδώ το κενό δεν ξέρω τι ακριβώς διχοτομεί.
Εμένα από εσένα;
Την πραγματικότητα από τη φαντασία;
Εσένα από εσένα;


Ο πραγματικός κόσμος θέλει όρια.
Τα θέτει.
Τίθενται.
Τα ακολουθώ.
Απροσδιόριστα.
Γιατί δεν έχω επιλογή.
Θες μια μέρα να ξεπεράσεις τα όριά σου;
Να ξεφύγεις απ’το comme il faut σου;
Να μην έχει σημασία το εδώ μέσα, το εκεί έξω, το μετέωρο.
Να κάνεις τη σκέψη σου λέξη χωρίς ενδιάμεσες σκέψεις.
Να δώσεις μια κλωτσιά στη λογική σου μωρέ.
Να την πατήσεις κάτω.
Να τη χτυπήσεις, να τη φας, δεν ξέρω.
Το θέμα είναι να μην υπάρχει.
Λίγο.
Για 1-2 λεπτά.
Να δούμε τι θα γίνει.
Να προσδιορίσουμε δίχως λογική.
Να γίνεις άλλος.
Εσύ «χωρίς».
Δεν σε βαραίνει το όριό σου;
Να θέσω κι εγώ;
Τείνω να προσδιορίσω.
Τείνω να θέσω όρια.
Σαν κάτι να μετράει αντίστροφα και στο παρά ένα να την κάνω.
Να μη δω.
Να ένα όριο.
Να μη δω.
Να μη δεις.
Να μη δούμε.
Θέλω μια μέρα να ξεπεράσεις το όριό σου.

Τα όριά σου.

Όριο.
Κάπου-κάπου νιώθω ότι συνορεύει με την λέξη «όνειρο».
Με κάθε όνειρο.
Αν ξεπεράσεις το όριο, μπορεί να ξεπεράσεις και το όνειρο.
Αν δεν το κάνεις, κάποιο από τα δύο θα σε προσπεράσει.


Το θέμα δεν είναι να έχουμε γνώμη.
Το θέμα είναι –ακόμα κι όταν την έχουμε- να μπορούμε να την αλλάζουμε.
Να αντέχουμε.
Ή να γουστάρουμε.
Να αλλάζουμε μωρέ.
Να ανακαλύπτουμε μωρέ.
Να δοκιμάζουμε γαμώτο.
Να μπορούμε να απορρίπτουμε γαμώτο.
Να μην κάνουμε κωλοϋποθέσεις γαμώτο.
Να ξέρουμε ότι 1+1 κάνει 2 γιατί μετρήσαμε.
Όχι γιατί κάποιος μας το είπε.
Γιατί μάθαμε να μετράμε.
Γιατί δε μας πλάσαραν μια έτοιμη γνώση.
Γιατί μπορεί να φαντάζομαι αυτό που φαντάζεσαι.
Γιατί μπορεί να φαντάζεσαι αυτό που φαντάζομαι.
Γιατί η παράταση είναι γελοιότητα.
Είναι παράσταση.
Γιατί δεν ξέρω τι κερδίζω και τι κερδίζεις.
Αν…
Γιατί η άγνοια είναι ηλίθια.
Και επιτρέπει να βάλεις στο μπουκαλάκι σου ατμό.
Και ο ατμός δεν πιάνεται.
Να μετρηθούμε ρε γαμώτο.
Σαν άνθρωποι.
Που ξέρουν να χρησιμοποιούν το λόγο.
Που νιώθουν ότι ώρες-ώρες η λογική τους σπαταλάται.
Έλλειμμα λογικής.
Σαν άνθρωποι.
Που κάτι ξέρουν.
Κάτι νιώθουν.
Αλλά το βουλώνουν.
Κάνουν πίσω.
Σαν άνθρωποι.
Μικροί και αθώοι που ψάχνουν τον χαμένο θησαυρό.
Μεγάλοι και μαλάκες που ψάχνουν τον χαμένο χρόνο.
Να μάθουμε ρε γαμώτο.
Να προσδιορίσουμε.


Καμιά φορά νιώθω ότι το παρελθόν είναι κάτι που δε με αφορά.
Η ιστορία καταγράφει γεγονότα, όχι προθέσεις.
Η νοσταλγία καταγράφει μυθοπλασίες: ένα στολισμένο παρελθόν.
Η νοσταλγία είναι : «νόστος» και «άλγος».
Επιστροφή και πόνος, δηλαδή.
Δεν με αφορά.
Δεν έχω χειρότερη συζήτηση από αυτή που αφορά στο παρελθόν.
Έχω διαβολέμενη μνήμη: μπορώ να σου αρχίσω τις ιστορίες από το παρελθόν και να μην τελειώσω ποτέ.
Αλλά δε με αφορά.
Γιατί είναι εξιστόρηση γεγονότων.
Γιατί το συναίσθημα δεν εξιστορείται.
Μια ιδέα του μένει πάντα μέσα σου.
Την κουβαλάς.
Σε βοηθάει να νιώθεις.
Τους άλλους.
Κι εσένα.
Σε βοηθάει να θυμάσαι.
Αλλά δε μοιράζεται.
Το παρελθόν είναι ένα λεύκωμα, σαν αυτά που είχαμε στο δημοτικό;
«Τι εστί έρως;»
«Τι εστί αγάπη;»
Σκέψου να ρωτούσαμε πιτσιρίκια «τι εστί εαυτός»;
Θα είχε ενδιαφέρον.
Ποτέ δεν κατάλαβα την παρελθοντολαγνία.
Έχω κάνει άπειρες συζητήσεις γι’αυτό.
Και ξέρεις κάτι;
Δεν με αφορά.
Γιατί το αντίθετο της λέξης «παρόν» δεν είναι το «παρελθόν».
Είναι το «απόν».




ΔΕΝ ΕΧΩ ΧΡΟΝΟ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ

Για να σου κάνω νούμερα και να πουλήσω κέφι,
θέλω βροχή τα κέρματα να πέφτουνε στο ντέφι.
Εκλεισα τα περάσματα κι αμα σε παίρνει πέρνα,
μονο αγάπες μη ζητάς,
σε ένα τραγούδι κόλλησα σα γέρικη λατέρνα.

Δεν έχω χρόνο μάτια μου...δεν έχω χρόνο.
Μην ψάχνεις μες τα μάτια μου μια φλόγα να χορεύει,
το πάθος μου το έχασα και κάπου αλητεύει.

Δεν έχω χρόνο μάτια μου να ψάχνω για ελπίδες,
το πιο πολύ το έζησα,
τώρα μου μένουν τα μικρά
δυο τελευταίες αχτίδες.

Δεν έχω χρόνο μάτια μου...δεν έχω χρόνο.

Σωτηρία Λεονάρδου

Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου
Μουσική: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

"...Εσύ μου θύμισες πώς είναι..."

Η άνοιξη φοράει το προσωπείο μιας χαράς.
Ενός κόσμου που έχει χρώματα.
Εσύ ανέφερες τις υπέροχες αποχρώσεις του γκρίζου;
Το γκρι ταιριάζει με το ροζ.
Όμορφα και γλυκά.
Η άνοιξη είναι χείμαρρος.
Θεωρητικά αθώα.
Μια κοριτσίστικη παιδική ηλικία.
Με τα ροζ φουστανάκια και τα παπουτσάκια της.
Η άνοιξη δεν έχει την αθωότητα και την ανεμελιά του καλοκαιριού.
Έρχεται μ’ ένα έγχρωμο άλλοθι.
Σε παρασέρνει.
Και αν έχεις και λίγο ανάγκη το άλλοθι, βουτάς.
Η άνοιξη στα κάνει όλα πιο εύκολα.
Η άνοιξη σου φέρνει έναν ήλιο που δεν τον έχεις δεδομένο.
Θέλει να βγάλεις το παλτό σου.
Το ένα από τα δύο.
Ή και τα δύο.


Η άνοιξη παίζει μαζί σου.
Σου φοράει μία διάθεση.
Κι ας έχεις ανάγκη από άλλη.
Σου φέρνει έναν καθρέφτη κι έναν πίνακα:
Ο πίνακας απαριθμεί τα φάουλ.
Ο καθρέφτης σε βοηθάει να τα χωνέψεις.
Κι η άνοιξη σε παίρνει από το χέρι, σε πάει σε έναν κήπο χορεύοντας.


Η άνοιξη επιβάλλει διαθέσεις.
Μα τι ανάποδοι που είμαστε;
Ολόκληρος χειμώνας πέρασε κι ήρθε μια άνοιξη που γράφει με το πινέλο της κάτι σαν «χάσαμε».
Μετρημένα κουκιά.
Μα τι παράδοξοι που είμαστε;


Θα σου ‘χει τύχει να θες να μπεις στο κεφάλι ενός άλλου ανθρώπου, ε;
Να δεις τα ζόρια του.
Να δεις τις διακλαδώσεις της σκέψης του.
Η άνοιξη φαίνεται πιτσιρίκι, αλλά δεν είναι.
Είναι γυναίκα.
Σου λέει: "άσ’το μωρέ, προσπάθησες μία-δύο-πέντε-δέκα, άσ’το."
Και την πιστεύεις.
Γιατί λέει αλήθεια.
Γιατί οι άμυνες, οι αρνήσεις, τα ψηλά τείχη, ακόμα κι αν χτίστηκαν τούβλο-τούβλο, δεν γκρεμίζονται με τον ίδιο τρόπο.
Και μπορεί να μην γκρεμίζονται καν.
Και η άνοιξη σου λέει: "και τι σε νοιάζουν οι άμυνες;
Εσύ προσπάθησες."
Και λέει αλήθεια.


Η άνοιξη σου παρέχεται αγκαλιά με μια υπόσχεση.
Σαν μπαλόνι.
Και ανά πάσα ώρα και στιγμή την ξεφουσκώνει.
Ή τη φυτρώνει στη γη.


Αν παίζαμε ηλεκτρονικά παιχνίδια θα ήταν όλα πιο εύκολα: θα είχαμε ζωές.
Επιπλέον.
Θα κλέβαμε και λίγο και δεν θα μας έβγαζε «game over» αν δεν τερματίζαμε.
Γιατί σε αυτά τα παιχνίδια τερματίζεις πάντα νικητής.
Στα άλλα, τα πραγματικά, κάνεις βόλτες ανάμεσα στις πίστες: πάνω-κάτω, αριστερά-δεξιά.
Βέβαια, υπάρχει και η εκδοχή να σταματήσεις στη μέση.
Κι ας έρθει άλλος να τερματίσει.
Στη μία, την κανονική, ή στις επιπλέον ζωές.
Στη μία ζωή έχεις καβάντζα την άνοιξη.
Θα σου φορέσει μια μάσκα, θα σε τυφλώσει με λίγο ήλιο και θα ξεχαστείς.
Είναι ωραια η άνοιξη.
Σε χορεύει πάνω στα χρώματά της.
Σε διαλύει μέσα στα χρώματά της.
Σε ανακατεύει μαζί με τα χρώματά της.
Σε κάνει χρώμα της.
Σε σταυρώνει.
Και σε ανασταίνει.
Σε αρρωσταίνει.
Και σε περιθάλπτει.
Έχεις ακούσει τον πληθυντικό της;
«Άνοιξες».
Δεν είναι πολύ ποιητικό;
Πόσες είναι;
Πόσες μορφές έχουν;
Σε διαλέγει η άνοιξη;
Ή τη διαλέγεις;
Σε διαλέγει να ακουμπήσεις πάνω της;
Ή τη διαλέγεις για μαξιλάρι;
Τη βλέπεις;
Την ακουμπάς;
Τη μυρίζεις;
Τη νιώθεις;
Τι νιώθεις;


Η άνοιξη σε γρατζουνάει.
Λουλουδάκι με αγκάθι.
Δοντάκια που δαγκώνουν.
Αλλά σε μπουκώνει με χρώμα.
Και το πιάνεις το λουλουδάκι.
Και το σφίγγεις και το χεράκι.
Για να αποδείξεις ότι έχεις δύναμη.
Μεγαλύτερη από αυτή της άνοιξης.
Κι αν το σφίξεις το χεράκι, χρώμα θα δεις.
Της φωτιάς.
Καίει η άνοιξη.
Σε πυρπολεί.
Σου ρίχνει τις φλόγες της.
Κι όταν γουστάρει γίνεται γκρι.
Κρύβει τον ήλιο της.
Κρύβει το βλέμμα της.
Κρύβει την αλήθεια της.
Κι εσύ την ψάχνεις.
Την αλήθεια.
Και την άνοιξη.
Λες και υπάρχει μία…αλήθεια.
Λες και υπάρχει μία…άνοιξη.


Και ξαφνικά, μέσα στον ήλιο και τα χρώματα σου πασάρει κι έναν χειμώνα.
Γιατί έτσι γουστάρει.
Σε φτιάχνει ψυχολογικά με τη ζέστη και μετά θες γάντια.
Κι ένα σκούφο για το κεφάλι σου.
Να στο κρατάει ζεστό.
Να μην ξεφύγεις από τη γραμμή σου.
Και γαμώτο, αυτή η γραμμή δεν καθορίζεται από εσένα.
Πώς γίνεται να αποφασίζει το κεφάλι σου χωρίς να σε ρωτά;
Να το κινούν λογάκια και πραξούλες ανθρώπων που το κεφάλι σου τους ακούει.
Και γαμώτο πώς καταλαβαίνεις ότι κάτι σου κοστίζει ή δεν σου κοστίζει;
Και τελικά τί θες: να σου κοστίσει ή να μη σου κοστίσει;
Και γιατί συνηθίζουμε;
Και γιατί δεν έχει απαντήσεις το κεφάλι μου;

Υπάρχουν τόσες φρασούλες συναισθηματισμών έτοιμες στο κεφάλι μας.
Σαν να υπήρχαν από πάντα.
Σαν να υπάρχει μια φόρμα που να τις περιέχει όλες και κάθε φορά κάνεις κλικ στην κατάλληλη.
Κι αν πας να τις αναλύσεις με λογική πάνε περίπατο.
Αδυνατίζουν οι λεξούλες και χάνονται.
Και μετά μόνο λεξούλες μπορούν να το σώσουν.
Για αρχή.
Αν δεν προβούμε σε πράξη εμείς οι άνθρωποι θα μένουμε πάντα μετέωροι ανάμεσα στις ενδείξεις και τις λέξεις.

Μετεωροπορεία.
Κι η άνοιξη σε αφήνει τη μια μετέωρο κι απ’την άλλη σε καθηλώνει στη γη.
Μεταμορφώνεται σε όλες τις εποχές.
Κι εσύ θες μια άνοιξη έγχρωμη και ηλιόλουστη.
Σαφή.
Σαφώς.
Σαν φως.





"...το φάρμακο που καίει τις πληγές
είναι γραμμένο σ' αυτοσχέδιες συνταγές..."


Πιες-Σωκράτης Μάλαμας


Εσύ μου θύμισες πώς είναι

Εσύ μου θύμισες πως είναι
να θες με όλη την καρδιά σου
να βρίσκεις πάλι τα όνειρα σου μέσα στο φιλί.
Εσύ μου θύμισες πως είναι
να μη σου κρύβει το μυαλό σου
πως όλα είναι για καλό σου να φτάνεις στην πηγή


Ναι… Και να πίνεις νερό να ρωτάς τον καιρό
και να μπάινεις με φόρα στα τρένα
στο ταξίδι η ζωή να σε παίρνει μαζί
τα δικά σου να βρίσκεις στα ξένα.
 
Δεν θα μάθεις ποτέ τι σημαίνεις για μένα...

Εσύ μου θύμισες πως είναι
να αρπάζεις τη ζωή απ' το χέρι 
βαθιά να βάζεις το μαχαίρι μέσα στην πληγή.
Μου θύμισες ξανά πως είναι
να διώχνεις τη ντροπή απ'το πάθος
να βρίσκεις το σωστό στο λάθος μες στη διαδρομή.

Ναι… Και να πίνεις νερό να ρωτάς τον καιρό
και να μπαίνεις με φόρα στα τρένα
Στο ταξίδι η ζωή να σε παίρνει μαζί
τα δικά σου να βρίσκεις στα ξένα.

Δεν θα μάθεις ποτέ τι σημαίνεις για μένα…

Εσύ μου θύμισες πως είναι
να ανοίγεται μπροστά στο χάρτη
για δυό ανθρώπους μονοπάτι
αντί για την φθορά η αγάπη.

Ελεωνόρα Ζουγανέλη
Στίχοι-μουσική: Κώστας Λειβαδάς

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012

"Freedom..."

Λοιπόν, κοίτα να δεις, είτε πιάνεις ένα χαρτί κι ένα στυλό, είτε ανοίγεις ένα έγγραφο στον υπολογιστή σου, είτε δεν κάνεις τίποτα απ’όλα αυτά, το μυαλό σου καταγράφει λέξεις.
Λέξεις στη σειρά.
Λέξεις στην τύχη.
Μονολόγους.
Λόγους μόνους.
Μοναχικούς.
Εκεί μέσα, στο μυαλό, συμβαίνουν όλα.
Και στο δικό μου.
Και στο δικό σου.
Και σε όλων.

Η ισορροπία μπορεί να υπάρξει κι εδώ-ανάμεσα στις λεξούλες.
Αρκεί να έχεις καλή σχέση με τον εγκέφαλό σου.
Αρκεί στην τελευταία τελεία να νιώθεις κάτι.
Αρκεί όταν το διαβάσεις να μπερδεύεσαι ακόμα κι εσύ που το γράφεις για το αν αυτό που γράφεις απευθύνεται κάπου.
Και να μη γίνονται όλα αυτά, μη σε νοιάζει.
Αρκεί να ξέρεις ότι αυτό εκεί έξω λέγεται ζωή και δε βιώνεται με λέξεις.

Υπάρχουν άπειρες λέξεις.
Αλλά θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε και με τα βασικά.
Λίγα ρηματάκια, λίγα ουσιαστικά, καμιά προθεσούλα, κανένα επιρρηματάκι και τα υπόλοιπα αισθήσεις.
Οι λέξεις είναι αποτέλεσμα αίσθησης.
Μέσα σου.
Χωρίς ορισμούς.
Καμιά φορά με ορισμούς, αλλά αυτό δεν είναι κανόνας.
Γενικότερα υπάρχουν κανόνες.
Αν δεις τα πράγματα από απόσταση.
Αν όμως εστιάσεις στα ενδιάμεσα όρια δε φαίνονται.
Γενικότερα, δεν πιστεύω στη λέξη «γενικότερα».
Μπορώ να σου μιλάω για τα «ειδικότερα».
Μπορώ και να μη σου μιλάω.
Μπορώ να παίζω γύρω-γύρω-όλοι με την ουσία.
Και μετά θα γίνω γύρω-γύρω-όλη.
Και στο τέλος, κάποιος θα πέσει κάτω:
Ή εγώ
Ή η ουσία
Ή και οι δύο.
Και δεν θα έχει καμία σημασία.
Μια ουσία, μόνη της, είναι άχρηστη χωρίς κάποιον να την αγγίζει.
Ένας άνθρωπος, χωρίς ουσία, είναι άχρηστος χωρίς να αναζητά και να πιάνει κάτι.
Δύο άνθρωποι χωρίς ουσία είναι άχρηστοι.
Είναι αέρας.
Χωρίς βάση.
Και είμαι λογική.
Τη θέλω τη στεριά μου.
Κι άσε με να αγναντεύω όσο αέρα αντέχω.
Για να θέλω να αγναντεύω αέρα σημαίνει ότι θα υπάρχει και κάποια στεριά να ακουμπάω.
Θα βουτάω και στη θάλασσα.
Και μετά θα στεγνώνω.
Θα στεγνώνω και τις λέξεις μου.
Με ευκολία.
Ποιος μίλησε για δυσκολία;
Ποιος είπε ότι τα πράγματα είναι δύσκολα;
Τα πράγματα είναι «Ναι-Όχι».
Τα τριγύρω είναι δικαιολογίες.
Είναι τροφή για λέξεις.
Να κάνεις μια στοίβα από λέξεις και να τις αραδιάζεις.
Να ανοίγεις το στόμα σου και να αραδιάζεις μαλακίες.
Να πιάνεις λέξεις στα χέρια σου και να αραδιάζεις μαλακίες.
Προφορικές-γραπτές δεν έχει σημασία.
Όλοι μπορούμε να το κάνουμε.
Η ουσία που είναι;
Στα από πίσω, ε;
Στα «Ναι-Όχι».
Σε αυτά που καλό θα ήταν να λέγονται, αλλά δε λέγονται.
Σε αυτά που καλό θα ήταν να πράττονται, αλλά δεν πράττονται.

Οι άνθρωποι το θέλουμε το «τριγύρω».
Και μπορούμε να βρούμε δικαιολογία για όλα.
Καμιά φορά κάνουμε καμιά προσπάθεια για ουσία.
Δειλά-δειλά.
Με σαφή ή ασαφή δήλωση φόβου.
Για λίγη ουσία ρε.
Κι αν πας να την πιάσεις, χάνεται.
Τσαφ!
Ατμός.

Οι λεξούλες θέλουν προσοχή.
Ψάχνουν αέρα.
Χαρτί.
Οθόνη.
Αφτιά.
Μάτια.

Καμιά φορά, όμως, δεν ψάχνουν τίποτα.


FREEDOM

"What the fuck do you think is gonna happen
Things don't just happen, you make them happen
Maybe your life is weird, but it's yours
It's your only chance, live it now!
What the hell are you waiting for?
You know what?
You're free, you wanker, you just don't fucking know it!"

Michael Delta

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

"...Η άνοιξη..."

Θα ξυπνήσω αγκαλιά με μια άνοιξη.
Θα μου φορέσει χρώματα και χαμόγελα.
Θα θέσει όρια: από εδώ και πέρα.
Κι η «έρημος» της Τανάγρη σάουντρακ στα αφτιά.

Δεν την είχα προσέξει την αλήθεια του.
Του τραγουδιού εννοώ.
Και κοίτα που ήρθε πάνω στην ώρα.
«Όπως θα μπαίνει άνοιξη».
Όπως τελειώνει ο χειμώνας δηλαδή.
Όπως τελειώνει κι όπως αρχίζει.
Να η ισορροπία.
Σαν την ακολουθία των εποχών.
Κι όχι πως τα λουλούδια θα ανθίσουν ξαφνικά.
Το θέμα είναι να τα αναζητήσουν τα μάτια.
Να εστιάσουν εκεί.
Κι όχι πως δεν τα έψαχναν.
(Αν το μυαλό σου είναι φτιαγμένο για αναζήτηση…)
Αλλά μάτια είναι, ό,τι θέλουν κάνουν.
Κι ό,τι θες τα κάνεις.

Όρια-όρια-όρια.
«Συνέχεια στα όρια».
Παρατάσεις.
Η «παράταση» απ’την «παραίτηση» απέχει ένα γιώτα κι έναν τόνο.
Οι πολλές παρατάσεις οδηγούν στην παραίτηση.
Ακολουθία.
Τα όρια παίρνουν παράταση.
Έτσι γουστάρουν.
Κι άλλη παράταση.
Γιατί μπορούν.
Γιατί μπορείς.
Γιατί μπορείς να τα κάνεις να μπορούν.
Και μετά παραίτηση.
Γιατί μπορούν.
Γιατί μπόρεσες.

Εμείς οι άνθρωποι είμαστε ηλίθιοι.
Αν κοιταχτείς προσεκτικά στον καθρέφτη θα το δεις.
Παίζουμε.
Παιδικά και ηλίθια.
Και καμιά φορά ενηλικιωνόμαστε και ζητάμε προορισμούς.
Άλλο η θεωρία και άλλο η πράξη γαμώτο.
Άλλο «ζητάω», άλλο «διεκδικώ» και άλλο «κάνω την πάπια».
Προορισμό.
Πορεία με λόγο.
Και μετά δημιουργείται «απορία».
(Κι η λέξη αυτή πάντα μου φέρνει στο μυαλό την εικόνα και τη φωνή του εμπνευστή να λέει: «-α στερητικό και «πόρος», δηλαδή δεν υπάρχει πέρασμα».)
Αδιέξοδο.
Τέλμα.
Με πόσες λέξεις γίνεται κατανοητό;


Είμαστε απορίες.
Σε κοιτάζω απορημένη.
Σε ακούω απορημένη.
Έχω απορίες.
Είμαι απορία.

Η χωρίς λογο πορεία είναι ένα χαμένο παιχνίδι, να το ξέρεις.
Αμοιβαία χαμένο.
Σαν να ξεκινάς μια παρτίδα χαρτιά και μετά να φυσάει αέρας και να χάνεις τα φύλλα.
Ή να εισβάλει κάποιος και να στα κάνει άνω-κάτω.
Ξόδεμα χρόνου.
Παίζεις, διασκεδάζεις, στοπ.
Έλα, πες την αλήθεια, στα παιχνίδια παίζεις έχοντας στο μυαλό σου ότι μπορεί και να κερδίσεις.
Θέλει ρίσκο το παιχνίδι.
Θέλει και να θες.
Θέλει και περισσότερους από έναν.
Θέλει και α…ντοχές.
Και α…ρχή-μέση-τέλος.
Και α…λήθεια θέλει.
Και α...ρχίδια θέλει.
(και αν θες πάτα -χ- και διάβασε κότσια. Για τον καθωσπρεπισμό που σου αναλογεί. Η βαρύτητα των γραμμάτων. Η βαρύτητα των εννοιών.)

Η ζωή σου είναι χωρισμένη σε τομείς.
Τομέας από το «τέμνω».
Και ψάχνεις μια ισορροπία.
Κομματάκια οι τομείς.
Με βάρος.
Και βαρύτητα.
Κουβαλούν από μόνοι τους βάρος.
Τους βαραίνεις κι εσύ.
Τους δίνεις την ανάλογη αξία.
Η αξία είναι βάρος και βαραίνουν κι άλλο.
Ένα κομμάτι με ένα συγκεκριμένο βάρος.
Και πρέπει να έρθει σε μια ισορροπία με ένα άλλο κομματάκι και το βάρος που του αναλογεί.
Και με ακόμα ένα κομματάκι.
Και με πολλά ακόμα κομματάκια.
Και να φτιάξεις ένα παζλ.
Από τομείς που φέρουν ο καθείς το δικό του βάρος.
Κι εσύ τομέας είσαι στη ζωή κάποιου.
Κι εσύ βάρος φέρεις.
Και τον επιβαρύνεις.
Συστηματικά.

Το να βάλεις τα πράγματα σε τάξη είναι μια ψευδαίσθηση.
Η τάξη είναι μία ψευδαίσθηση.
Είμαστε διαφορετικοί.
Μεταξύ μας και με τον εαυτό μας.
Ορίζουμε διαφορετικά τα πράγματα.
Ορίζουμε διαφορετικά τα πράγματα κατά καιρούς.
Φέρουμε βάρη που αργότερα τους δίνουμε μια και τα πετάμε στο πρώτο εύκαιρο κενό.
Και μετά βουλιάζουμε στο πρώτο εύκαιρο κενό.
Και μετά δημιουργούμε κενό στο πρώτο εύκαιρο γέμισμα.
Και όσο κι αν με ιντριγκάρει η λέξη «ευκαιρία», άλλο τόσο με χαλάει η λέξη «ευκαιριακός».

Οι άνθρωποι εισπράττουν.
Ακατάπαυστα.
Λαμβάνεις ερεθισματα από παντού.
Η μία εκδοχή λέει ότι λαμβάνεις περίπου 600 ερεθίσματα την ημέρα και η άλλη εκδοχή 2000.
Γίνεσαι και ξαναγίνεσαι ό,τι είσαι κι ό,τι νομίζεις ότι δεν θα γίνεις ποτέ.
Γεννιέσαι και ξαναγεννιέσαι.
Μια συνεχής διαμόρφωση.
Κι εσύ παραμένεις κλειστός σε ηλίθιες κανονικότητες.
Κανονικές ηλιθιότητες.
Αφορισμοί.
Αν με ενοχλεί μία φορά ο "ορισμός", με ενοχλεί εκατό ο "αφορισμός".

Αν οι άνθρωποι δεν αποφασίσουν να γίνουν σαφείς θα συνεχίσουν να κολυμπάνε σε υποθέσεις και ανακρίβειες.
Μαζοχιστικά.
Σαν «νάρκισσοι αδιεξόδων».
Με γειά.

Στις πολλές χαμένες ευκαιρίες χάνεις.
Κανόνας αυτό.
Μετά συνδέεις τη λέξη «ευκαιρία» με τη λέξη «χαμένη».
Και δεν ψάχνεις καν διάγνωση: ποιος φόβος και μαλακίες;
Τι «δεν μας συγχωρώ»;
Προφανώς.
Οι μαλακίες δε συγχωρούνται.
Χαμένη ευκαιρία.
Χάσαμε.
Έχασα.
Έχασες.
Χαμένοι.
Χάσου.

Κι όσο κι αν με σαγηνεύουν οι παρατάσεις, το ρηματάκι "χάνεις" είναι από αυτά που δεν τις σηκώνουν.
Έχει τη δική του οριστικότητα.
Κι όσο κι αν με ιντριγκάρει η αοριστία, άλλο τόσο με καθησυχάζει η οριστικότητα.
Ξέρεις, χαδάκι στο κεφάλι.
Σαν ταξιδάκι με καράβι που ζαλισμένος μισοξυπνάς και ακούς «φτάσαμε».
Και να που δεν σε νοιάζει το που.
Σε νοιάζει μόνο να μη ζαλίζεσαι.
Να πατήσεις στεριά.
Και βγαίνοντας απ’το καραβάκι πετάς και στη θάλασσα μια σακούλα με λεξούλες που γράφει επάνω «άχρηστα».
Γιατί χρήσιμα δεν ήταν ποτέ.
Ό,τι δε μοιράζεται είναι άχρηστο.
Ούτε ανακυκλώσιμα είναι.
Σακουλίτσα.
Λεξούλες.
Υποθέσεις.
Ιστοριούλες.
Παιχνιδάκια.
Μαλακίες.
Και σε μπουκάλι να τα βάλεις, και να τα βρει κάποιος κάποτε, τι να τα κάνει μωρέ;

Άνοιξη.
Ας ανοίξει και το μυαλό.
Αέρα χρειάζεται.
Η άνοιξη είναι η εποχή της υπόσχεσης.
Και το «μια και καλή» δεν σου επιτρέπει παρατάσεις, ε;
Μια άνοιξη που ντύνεται υπόσχεση αρκεί να πραγματώσεις το «μια και καλή» που λέει το τραγούδι.
Γιατί καμιά φορά τα τραγούδια κουβαλούν τις δικές τους αλήθειες.
Μαζί με τις δικές μας.


Η άνοιξη

Την ώρα που κοιμάσαι τ' απογεύματα
θα σηκωθώ να φύγω πριν ξυπνήσεις
την ώρα που θα μπαίνουν στο ραδιόφωνο
του Ερυθρού Σταυρού οι αναζητήσεις.

Κι όσο κι αν πονώ όπως θα μπαίνει η άνοιξη
εγώ - δεν θα γυρίσω να κοιτάξω
κι έτσι ξαφνικά όπως θα μπαίνει η άνοιξη
  μια και καλή θα σε ξεγράψω.

Την ώρα που κοιμάσαι τ' απογεύματα
μ' αρέσει που θα βγω με τ' άρωμα σου
την ώρα που θα παίζει στο διάδρομο
του δειλινού το φως με τα κλειδιά σου.

Άλκηστις Πρωτοψάλτη

στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου-Σταμάτης Κραουνάκης
μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

"...Αμνησία..."

Μη μου δίνεις καμία σημασία.
«Αν είχα θάρρος για να πω το έλα, τώρα δεν θα ‘χα τη φωτιά στο αίμα».
Μη μου δίνεις καμία σημασία.
Τα περισσότερα πράγματα στο κεφάλι μου είναι απλά και μετρημένα.
Χωρίς δεκαδικούς.
Χωρίς περίπλοκες πράξεις και λέξεις.
Με περιφέρει μια εκνευριστική άγνοια.
Πέρα απ’τα μετρημένα.
Γιατί πέρα απ’τα μετρημένα υπάρχουν τα αμέτρητα.
Άμμος είσαι μωρέ.
Πώς να σε μετρήσω;
Και που να σε βάλω να χωρέσεις;
Πού να σε βάλω χωρίς να μου δημιουργείς πρόβλημα;
Σε ποιό κομμάτι του εγκεφάλου μου έχεις την αίσθηση ότι χωράς ολόκληρος;
Ολόκληρος και στέρεος.

Το μυαλό είναι χώρος δημιουργίας και εναπόθεσης.
Θα σε τυλίξω και θα σε κάνω δωρο σε μία γωνιά του.
Θα σε στολίσω με ένα πανέμορφο περιτύλιγμα, για να μη σε βλέπω.
Θα σε στριμώξω κάπου απόμερα.
Να μην ακουμπάς τίποτα και κανέναν.
Να μην επηρεάζεις ούτε σκέψεις, ούτε αισθήσεις.
Να υπάρχεις εκεί, σαν δώρο.
Να μη χρειάζεται να δω μορφή.
Να μη μου γεννάς ανάγκες.
Ένα δώρο σε μια γωνιά.
Που κάποια στιγμή θα χάσει τα ωραία του χρώματα.
Ένα περιτύλιγμα ξεθωριασμένο.

Και ρε γαμώτο, στερεύω από επίθετα μαζί σου.
Στερεύω από λέξεις.
Πώς να σε περιγράψω σε ‘μένα;
«Πανέμορφο περιτύλιγμα».
Άκου μαλακίες…
Σε τι χρειάστηκε το περιτύλιγμα;
Η έκπληξη έχει μηδενική διάρκεια.
Ξεχνιέται.
Το περιτύλιγμα θα είναι πάντα αδιάφορο.

Συλλογή.
Θα σε βάλω σε συλλογή.
Σε ποια να σε τοποθετήσω;
Χρειάζεσαι προσδιορισμούς.
Και δεν έχω κανέναν.
Κι ούτε θέλω να σε προσδιορίσω.
Και πάντα βαριόμουν τις συλλογές.
Που τοποθετείσαι ρε γαμώτο;
Να σε βάλω στο κομμάτι «άγνοια»;
«Παράλογο»;
«Θέλω»;
«Φοβάμαι»;
«Εμείς-οι-δυό-ρώτα-με-τι;»;
«Άγνωστοι»;
«Ηλίθιοι»;
«Μαλάκες»;
«Σε ξεχώρισα»;
«Μistake»;
«Στη σταδίου»;
«Αδιέξοδο»;

Πού χωράς ολόκληρος και χωρίς θέματα;
Πού θέτεις θέματα τα οποία είναι ολόκληρα;

Μη δίνεις σημασία στις λέξεις μου.
Παίζουν χωρίς να σε υπολογίζουν και πολύ.
Υπολογίζεις χωρίς να παίζεις και πολύ.
Φοβάμαι χωρίς να με νοιάζει και πολύ.
Με νοιάζεις χωρίς να φοβάμαι και πολύ.
Μπορεί και λίγο.
Μπορεί και καθόλου.

Έλα, μην κολλάς στις λέξεις.
Τα αμέτρητα είναι σε κουτάκια.
Χωρίς περιτυλίγματα και μαλακίες.
Ψιλοκλειδαμπαρωμένα.
Δε ζουν μαζί μου.
Ζουν παράλληλα.
Τα βγάζω να αναπνεύσουν.
Μέχρι να πνιγούν μόνα τους.
Μέχρι να γίνουν αυτόχειρες.
Μετά «δεν τα ξέρω-δεν με ξέρουν».
Πλάτη με πλάτη.

Η ζωή μου σε τάξη.
Κι ό,τι είναι σε τάξη, παραμένει.
Ήσυχο και γλυκό.
Η σημασία μου στην τάξη εστιάζει.
Η ουσία μου δεν έχω ιδέα.
Την αταξία την κάνω λέξεις και την αφήνω να επιβιώνει μέσα τους.
Και μέσα σε τραγούδια.
Την ουσία μου την τυραννάω.

Τα υπόλοιπα είναι ιδέες στεγανές που να μην μπάζουν κρύο.
Ξέρεις, ασφαλείς ιδέες.
Που τις κατέχεις.
Που η «κατάκτηση» δεν σε αφορά.
Που -εντάξει μωρέ- δεν τρελαίνεσαι κιόλας.
Που -δε βαριέσαι- έτσι είναι.
Που -να ‘χεις κάπου να ακουμπήσεις- μωρέ.
Που -άνθρωπος είσαι κι εσύ- μην το ξεχνάς.

Μη δίνεις καμία σημασία στις λέξεις μου.
Αν αντέχεις, βούτα.
Όχι με κλειστά μάτια όμως, μην κλέβεις.
Αν γουστάρεις, βούτα.
Το θέμα δεν είναι να βουτήξεις.
Το θέμα δεν είναι καν αν θα νιώσεις στεγνός ή βρεγμένος.
Το θέμα μάτια μου δεν είναι εδώ μέσα.


Μην παραμυθιάζεσαι.
Παίζω μέχρι να σταματήσω να θέλω.
Θέλω μέχρι να σταματήσω να παίζω.

Μετά ή θέλω πιο πολύ ή δεν θέλω καθόλου.
Το ενδιάμεσο στάδιο λέγεται «αμνησία».

Καλώς ήρθες στην «αμνησία» μου.

(ξέρεις, με ένα ακόμα α- στερητικό.)
...........

«Κι όλα αυτά που θέλω ν' αγαπάω
δε μ'ανατριχιάζουν πια».

Αμνησία

Δεν ξεσηκώνομαι, δεν ψάχνω, δεν ξεσπάω
Δεν προχωράω πίσω ή μπροστά
Κι όλα αυτά που θέλω ν'αγαπάω
δε μ'ανατριχιάζουν πια.

Γύρω μου οι σκιές έχουν παγώσει
κι έχω μείνει με το χέρι απλωμένο
Τι ήθελα να κάνω έχω ξεχάσει
Θα περιμένω ώσπου να θυμηθώ,
Θα περιμένω...

Λιώνουν τα μάτια μου στο φως της τηλεόρασης
Με νανουρίζει μια στριμμένη μελωδία
Όσοι περνούν τη χώρα της απόγνωσης
παθαίνουν αμνησία.

Δεν απορώ ούτε καταλαβαίνω
πώς συνεχίζω να υπάρχω μ'όλα αυτά
Θέλω να βγω από'δω μέσα κι όμως μένω
σε μια ομίχλη που ναρκώνει την καρδιά.

Γύρω μου το τζάμι έχει σπάσει
κι έχω μείνει με το βλέμμα καρφωμένο
Τι ήθελα να δω έχω ξεχάσει
Θα περιμένω ώσπου να θυμηθώ,
Θα περιμένω...


Τρύπες

Στίχοι: Γιάννης Αγγελάκας
Μουσική: Γιώργος Καρράς