BLOGGER TEMPLATES AND TWITTER BACKGROUNDS »

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

"Δεν έχω χρόνο μάτια μου..."

Άρνηση.
Θα σου έχει τύχει.
Να τα θες όλα επίπεδα.
Να είναι όλα ασπρόμαυρα.
Να μη σε νοιάζει το παραπέρα.
Συλλογή πληροφοριών.
Κωδικοποίηση.
Εξαγωγή συμπερασμάτων.
Τελεία.
Η ματιά αριστερά και δεξιά.
Κλεφτή ματιά προς τα εμπρός.
Προς τα πίσω ούτε κατά διάνοια.


Προσδιορισμός.
Μη σκέφτεσαι ορισμό.
Δεν τους συμπαθώ.
Προσδιορισμός.
Προφανώς και περιλαμβάνει περιορισμούς.
Αλλά μην ασχοληθείς  με αυτούς τώρα.
Άλλωστε δεν τους θέτεις μόνο εσύ.
Άλλωστε δεν τίθενται πάντα συνειδητά.


Προσδιορισμός:
«Τι περιμένεις από εμένα;»
«Τι περιμένω από εσένα;»
«Γιατί περιμένεις από εμένα;»
«Γιατί περιμένω από εσένα;»

«Περιμένεις;»
«Περιμενω;»
Πρόσεξες το «από», ε;
Όχι χωρίς «από».
Μην περιμένεις χωρίς «από».
Άτιμο πράγμα οι αναμονές.
Χάσιμο χρόνου.
Κι άντε, να πιεις έναν καφέ, να κάνεις κι ένα τσιγάρο, να ακούσεις και λίγη μουσική.
Μετά μένεις με το μυαλό και τις υποθέσεις του.
Άτιμο πράγμα οι υποθέσεις.
Παίζεις με σενάρια.
Εναλλακτικά.
Μετά δεν έχει.
Άτιμο πράγμα το «χωρίς επιλογή».
Νιώθεις τα χέρια σου άδεια.


Προσδιορισμός.
Καλό το χάος, αλλά το μυαλό δεν το αντέχει.
Θέλει τα κουτάκια του.
Θέλει να προσδιορίσει.
Να προσδιοριστεί.


Προσδιορισμός:
Η συγγνώμη δεν είναι πάντα η σύμφωνη γνώμη.
Γαμημένος εγωισμός.
Σε σέρνει από το κεφάλι.


Σχέσεις.
Προσδιορισμός.
Πες τες κι επαφές.
Πες τες και μαλακίες.
Κάποιες τις βάζεις στη συντήρηση.
Συντηρούνται με λεξούλες.
Ηλίθιες λεξούλες.
Πνιγμένες στην ασάφεια.
Σκεπασμένες.
Αν τις ξεσκεπάσεις θα δεις κάτι άλλο.
Δεν ξέρω τι.
Δεν κουβαλούν, συντηρούν.
Μην τις πεις επαφές.
Μην τις πεις αδυναμίες.
Αδύναμες να τις πεις.


Προσδιορισμός.
Συλλογή ερεθισμάτων.
Παζλ.
Βάλε εδώ.
Βγάλε από εδώ.
Πρόσθεσε εκεί.
Αφαίρεσε από εκεί.
Φτιάξαμε κρυμμένα νοήματα.
Τα νοήματα δεν χτίζουν μάτια μου.
Κενό είναι.
Κι όταν με λέξεις, πραγματικές λέξεις, πας να αφαιρέσεις, ξέρεις τι γίνεται;
Αφαιρείς την ελπίδα από το κενό.
Δεν γκρεμίζεις το κενό.
Δεν γκρεμίζεται το χάσμα.
Ή το κοιτάς απλώς, ή πας να το γεμίσεις ή γυρίζεις την πλάτη σου και λες: δεν παει στα κομμάτια;
Δεν παίζουν με τα κενά.
«Προσοχή στο κενό».
Σκέτο.
Εδώ το κενό δεν ξέρω τι ακριβώς διχοτομεί.
Εμένα από εσένα;
Την πραγματικότητα από τη φαντασία;
Εσένα από εσένα;


Ο πραγματικός κόσμος θέλει όρια.
Τα θέτει.
Τίθενται.
Τα ακολουθώ.
Απροσδιόριστα.
Γιατί δεν έχω επιλογή.
Θες μια μέρα να ξεπεράσεις τα όριά σου;
Να ξεφύγεις απ’το comme il faut σου;
Να μην έχει σημασία το εδώ μέσα, το εκεί έξω, το μετέωρο.
Να κάνεις τη σκέψη σου λέξη χωρίς ενδιάμεσες σκέψεις.
Να δώσεις μια κλωτσιά στη λογική σου μωρέ.
Να την πατήσεις κάτω.
Να τη χτυπήσεις, να τη φας, δεν ξέρω.
Το θέμα είναι να μην υπάρχει.
Λίγο.
Για 1-2 λεπτά.
Να δούμε τι θα γίνει.
Να προσδιορίσουμε δίχως λογική.
Να γίνεις άλλος.
Εσύ «χωρίς».
Δεν σε βαραίνει το όριό σου;
Να θέσω κι εγώ;
Τείνω να προσδιορίσω.
Τείνω να θέσω όρια.
Σαν κάτι να μετράει αντίστροφα και στο παρά ένα να την κάνω.
Να μη δω.
Να ένα όριο.
Να μη δω.
Να μη δεις.
Να μη δούμε.
Θέλω μια μέρα να ξεπεράσεις το όριό σου.

Τα όριά σου.

Όριο.
Κάπου-κάπου νιώθω ότι συνορεύει με την λέξη «όνειρο».
Με κάθε όνειρο.
Αν ξεπεράσεις το όριο, μπορεί να ξεπεράσεις και το όνειρο.
Αν δεν το κάνεις, κάποιο από τα δύο θα σε προσπεράσει.


Το θέμα δεν είναι να έχουμε γνώμη.
Το θέμα είναι –ακόμα κι όταν την έχουμε- να μπορούμε να την αλλάζουμε.
Να αντέχουμε.
Ή να γουστάρουμε.
Να αλλάζουμε μωρέ.
Να ανακαλύπτουμε μωρέ.
Να δοκιμάζουμε γαμώτο.
Να μπορούμε να απορρίπτουμε γαμώτο.
Να μην κάνουμε κωλοϋποθέσεις γαμώτο.
Να ξέρουμε ότι 1+1 κάνει 2 γιατί μετρήσαμε.
Όχι γιατί κάποιος μας το είπε.
Γιατί μάθαμε να μετράμε.
Γιατί δε μας πλάσαραν μια έτοιμη γνώση.
Γιατί μπορεί να φαντάζομαι αυτό που φαντάζεσαι.
Γιατί μπορεί να φαντάζεσαι αυτό που φαντάζομαι.
Γιατί η παράταση είναι γελοιότητα.
Είναι παράσταση.
Γιατί δεν ξέρω τι κερδίζω και τι κερδίζεις.
Αν…
Γιατί η άγνοια είναι ηλίθια.
Και επιτρέπει να βάλεις στο μπουκαλάκι σου ατμό.
Και ο ατμός δεν πιάνεται.
Να μετρηθούμε ρε γαμώτο.
Σαν άνθρωποι.
Που ξέρουν να χρησιμοποιούν το λόγο.
Που νιώθουν ότι ώρες-ώρες η λογική τους σπαταλάται.
Έλλειμμα λογικής.
Σαν άνθρωποι.
Που κάτι ξέρουν.
Κάτι νιώθουν.
Αλλά το βουλώνουν.
Κάνουν πίσω.
Σαν άνθρωποι.
Μικροί και αθώοι που ψάχνουν τον χαμένο θησαυρό.
Μεγάλοι και μαλάκες που ψάχνουν τον χαμένο χρόνο.
Να μάθουμε ρε γαμώτο.
Να προσδιορίσουμε.


Καμιά φορά νιώθω ότι το παρελθόν είναι κάτι που δε με αφορά.
Η ιστορία καταγράφει γεγονότα, όχι προθέσεις.
Η νοσταλγία καταγράφει μυθοπλασίες: ένα στολισμένο παρελθόν.
Η νοσταλγία είναι : «νόστος» και «άλγος».
Επιστροφή και πόνος, δηλαδή.
Δεν με αφορά.
Δεν έχω χειρότερη συζήτηση από αυτή που αφορά στο παρελθόν.
Έχω διαβολέμενη μνήμη: μπορώ να σου αρχίσω τις ιστορίες από το παρελθόν και να μην τελειώσω ποτέ.
Αλλά δε με αφορά.
Γιατί είναι εξιστόρηση γεγονότων.
Γιατί το συναίσθημα δεν εξιστορείται.
Μια ιδέα του μένει πάντα μέσα σου.
Την κουβαλάς.
Σε βοηθάει να νιώθεις.
Τους άλλους.
Κι εσένα.
Σε βοηθάει να θυμάσαι.
Αλλά δε μοιράζεται.
Το παρελθόν είναι ένα λεύκωμα, σαν αυτά που είχαμε στο δημοτικό;
«Τι εστί έρως;»
«Τι εστί αγάπη;»
Σκέψου να ρωτούσαμε πιτσιρίκια «τι εστί εαυτός»;
Θα είχε ενδιαφέρον.
Ποτέ δεν κατάλαβα την παρελθοντολαγνία.
Έχω κάνει άπειρες συζητήσεις γι’αυτό.
Και ξέρεις κάτι;
Δεν με αφορά.
Γιατί το αντίθετο της λέξης «παρόν» δεν είναι το «παρελθόν».
Είναι το «απόν».




ΔΕΝ ΕΧΩ ΧΡΟΝΟ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ

Για να σου κάνω νούμερα και να πουλήσω κέφι,
θέλω βροχή τα κέρματα να πέφτουνε στο ντέφι.
Εκλεισα τα περάσματα κι αμα σε παίρνει πέρνα,
μονο αγάπες μη ζητάς,
σε ένα τραγούδι κόλλησα σα γέρικη λατέρνα.

Δεν έχω χρόνο μάτια μου...δεν έχω χρόνο.
Μην ψάχνεις μες τα μάτια μου μια φλόγα να χορεύει,
το πάθος μου το έχασα και κάπου αλητεύει.

Δεν έχω χρόνο μάτια μου να ψάχνω για ελπίδες,
το πιο πολύ το έζησα,
τώρα μου μένουν τα μικρά
δυο τελευταίες αχτίδες.

Δεν έχω χρόνο μάτια μου...δεν έχω χρόνο.

Σωτηρία Λεονάρδου

Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου
Μουσική: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

"...Εσύ μου θύμισες πώς είναι..."

Η άνοιξη φοράει το προσωπείο μιας χαράς.
Ενός κόσμου που έχει χρώματα.
Εσύ ανέφερες τις υπέροχες αποχρώσεις του γκρίζου;
Το γκρι ταιριάζει με το ροζ.
Όμορφα και γλυκά.
Η άνοιξη είναι χείμαρρος.
Θεωρητικά αθώα.
Μια κοριτσίστικη παιδική ηλικία.
Με τα ροζ φουστανάκια και τα παπουτσάκια της.
Η άνοιξη δεν έχει την αθωότητα και την ανεμελιά του καλοκαιριού.
Έρχεται μ’ ένα έγχρωμο άλλοθι.
Σε παρασέρνει.
Και αν έχεις και λίγο ανάγκη το άλλοθι, βουτάς.
Η άνοιξη στα κάνει όλα πιο εύκολα.
Η άνοιξη σου φέρνει έναν ήλιο που δεν τον έχεις δεδομένο.
Θέλει να βγάλεις το παλτό σου.
Το ένα από τα δύο.
Ή και τα δύο.


Η άνοιξη παίζει μαζί σου.
Σου φοράει μία διάθεση.
Κι ας έχεις ανάγκη από άλλη.
Σου φέρνει έναν καθρέφτη κι έναν πίνακα:
Ο πίνακας απαριθμεί τα φάουλ.
Ο καθρέφτης σε βοηθάει να τα χωνέψεις.
Κι η άνοιξη σε παίρνει από το χέρι, σε πάει σε έναν κήπο χορεύοντας.


Η άνοιξη επιβάλλει διαθέσεις.
Μα τι ανάποδοι που είμαστε;
Ολόκληρος χειμώνας πέρασε κι ήρθε μια άνοιξη που γράφει με το πινέλο της κάτι σαν «χάσαμε».
Μετρημένα κουκιά.
Μα τι παράδοξοι που είμαστε;


Θα σου ‘χει τύχει να θες να μπεις στο κεφάλι ενός άλλου ανθρώπου, ε;
Να δεις τα ζόρια του.
Να δεις τις διακλαδώσεις της σκέψης του.
Η άνοιξη φαίνεται πιτσιρίκι, αλλά δεν είναι.
Είναι γυναίκα.
Σου λέει: "άσ’το μωρέ, προσπάθησες μία-δύο-πέντε-δέκα, άσ’το."
Και την πιστεύεις.
Γιατί λέει αλήθεια.
Γιατί οι άμυνες, οι αρνήσεις, τα ψηλά τείχη, ακόμα κι αν χτίστηκαν τούβλο-τούβλο, δεν γκρεμίζονται με τον ίδιο τρόπο.
Και μπορεί να μην γκρεμίζονται καν.
Και η άνοιξη σου λέει: "και τι σε νοιάζουν οι άμυνες;
Εσύ προσπάθησες."
Και λέει αλήθεια.


Η άνοιξη σου παρέχεται αγκαλιά με μια υπόσχεση.
Σαν μπαλόνι.
Και ανά πάσα ώρα και στιγμή την ξεφουσκώνει.
Ή τη φυτρώνει στη γη.


Αν παίζαμε ηλεκτρονικά παιχνίδια θα ήταν όλα πιο εύκολα: θα είχαμε ζωές.
Επιπλέον.
Θα κλέβαμε και λίγο και δεν θα μας έβγαζε «game over» αν δεν τερματίζαμε.
Γιατί σε αυτά τα παιχνίδια τερματίζεις πάντα νικητής.
Στα άλλα, τα πραγματικά, κάνεις βόλτες ανάμεσα στις πίστες: πάνω-κάτω, αριστερά-δεξιά.
Βέβαια, υπάρχει και η εκδοχή να σταματήσεις στη μέση.
Κι ας έρθει άλλος να τερματίσει.
Στη μία, την κανονική, ή στις επιπλέον ζωές.
Στη μία ζωή έχεις καβάντζα την άνοιξη.
Θα σου φορέσει μια μάσκα, θα σε τυφλώσει με λίγο ήλιο και θα ξεχαστείς.
Είναι ωραια η άνοιξη.
Σε χορεύει πάνω στα χρώματά της.
Σε διαλύει μέσα στα χρώματά της.
Σε ανακατεύει μαζί με τα χρώματά της.
Σε κάνει χρώμα της.
Σε σταυρώνει.
Και σε ανασταίνει.
Σε αρρωσταίνει.
Και σε περιθάλπτει.
Έχεις ακούσει τον πληθυντικό της;
«Άνοιξες».
Δεν είναι πολύ ποιητικό;
Πόσες είναι;
Πόσες μορφές έχουν;
Σε διαλέγει η άνοιξη;
Ή τη διαλέγεις;
Σε διαλέγει να ακουμπήσεις πάνω της;
Ή τη διαλέγεις για μαξιλάρι;
Τη βλέπεις;
Την ακουμπάς;
Τη μυρίζεις;
Τη νιώθεις;
Τι νιώθεις;


Η άνοιξη σε γρατζουνάει.
Λουλουδάκι με αγκάθι.
Δοντάκια που δαγκώνουν.
Αλλά σε μπουκώνει με χρώμα.
Και το πιάνεις το λουλουδάκι.
Και το σφίγγεις και το χεράκι.
Για να αποδείξεις ότι έχεις δύναμη.
Μεγαλύτερη από αυτή της άνοιξης.
Κι αν το σφίξεις το χεράκι, χρώμα θα δεις.
Της φωτιάς.
Καίει η άνοιξη.
Σε πυρπολεί.
Σου ρίχνει τις φλόγες της.
Κι όταν γουστάρει γίνεται γκρι.
Κρύβει τον ήλιο της.
Κρύβει το βλέμμα της.
Κρύβει την αλήθεια της.
Κι εσύ την ψάχνεις.
Την αλήθεια.
Και την άνοιξη.
Λες και υπάρχει μία…αλήθεια.
Λες και υπάρχει μία…άνοιξη.


Και ξαφνικά, μέσα στον ήλιο και τα χρώματα σου πασάρει κι έναν χειμώνα.
Γιατί έτσι γουστάρει.
Σε φτιάχνει ψυχολογικά με τη ζέστη και μετά θες γάντια.
Κι ένα σκούφο για το κεφάλι σου.
Να στο κρατάει ζεστό.
Να μην ξεφύγεις από τη γραμμή σου.
Και γαμώτο, αυτή η γραμμή δεν καθορίζεται από εσένα.
Πώς γίνεται να αποφασίζει το κεφάλι σου χωρίς να σε ρωτά;
Να το κινούν λογάκια και πραξούλες ανθρώπων που το κεφάλι σου τους ακούει.
Και γαμώτο πώς καταλαβαίνεις ότι κάτι σου κοστίζει ή δεν σου κοστίζει;
Και τελικά τί θες: να σου κοστίσει ή να μη σου κοστίσει;
Και γιατί συνηθίζουμε;
Και γιατί δεν έχει απαντήσεις το κεφάλι μου;

Υπάρχουν τόσες φρασούλες συναισθηματισμών έτοιμες στο κεφάλι μας.
Σαν να υπήρχαν από πάντα.
Σαν να υπάρχει μια φόρμα που να τις περιέχει όλες και κάθε φορά κάνεις κλικ στην κατάλληλη.
Κι αν πας να τις αναλύσεις με λογική πάνε περίπατο.
Αδυνατίζουν οι λεξούλες και χάνονται.
Και μετά μόνο λεξούλες μπορούν να το σώσουν.
Για αρχή.
Αν δεν προβούμε σε πράξη εμείς οι άνθρωποι θα μένουμε πάντα μετέωροι ανάμεσα στις ενδείξεις και τις λέξεις.

Μετεωροπορεία.
Κι η άνοιξη σε αφήνει τη μια μετέωρο κι απ’την άλλη σε καθηλώνει στη γη.
Μεταμορφώνεται σε όλες τις εποχές.
Κι εσύ θες μια άνοιξη έγχρωμη και ηλιόλουστη.
Σαφή.
Σαφώς.
Σαν φως.





"...το φάρμακο που καίει τις πληγές
είναι γραμμένο σ' αυτοσχέδιες συνταγές..."


Πιες-Σωκράτης Μάλαμας


Εσύ μου θύμισες πώς είναι

Εσύ μου θύμισες πως είναι
να θες με όλη την καρδιά σου
να βρίσκεις πάλι τα όνειρα σου μέσα στο φιλί.
Εσύ μου θύμισες πως είναι
να μη σου κρύβει το μυαλό σου
πως όλα είναι για καλό σου να φτάνεις στην πηγή


Ναι… Και να πίνεις νερό να ρωτάς τον καιρό
και να μπάινεις με φόρα στα τρένα
στο ταξίδι η ζωή να σε παίρνει μαζί
τα δικά σου να βρίσκεις στα ξένα.
 
Δεν θα μάθεις ποτέ τι σημαίνεις για μένα...

Εσύ μου θύμισες πως είναι
να αρπάζεις τη ζωή απ' το χέρι 
βαθιά να βάζεις το μαχαίρι μέσα στην πληγή.
Μου θύμισες ξανά πως είναι
να διώχνεις τη ντροπή απ'το πάθος
να βρίσκεις το σωστό στο λάθος μες στη διαδρομή.

Ναι… Και να πίνεις νερό να ρωτάς τον καιρό
και να μπαίνεις με φόρα στα τρένα
Στο ταξίδι η ζωή να σε παίρνει μαζί
τα δικά σου να βρίσκεις στα ξένα.

Δεν θα μάθεις ποτέ τι σημαίνεις για μένα…

Εσύ μου θύμισες πως είναι
να ανοίγεται μπροστά στο χάρτη
για δυό ανθρώπους μονοπάτι
αντί για την φθορά η αγάπη.

Ελεωνόρα Ζουγανέλη
Στίχοι-μουσική: Κώστας Λειβαδάς